Η Bayer αντιλαμβανόμενη τη χρησιμότητα των μελισσών ως επικονιαστές για την παραγωγή τροφίμων, πάνω από 25 χρόνια τώρα, δραστηριοποιείται ενεργά στην ανεύρεση λύσεων για τη βελτίωση της υγείας των μελισσών. Ως μία εταιρεία που ειδικεύεται τόσο στον κτηνιατρικό τομέα όσο και στον τομέα της φυτοπροστασίας, έχει δημιουργήσει το ολοκληρωμένο πρόγραμμα «BeeCare», το οποίο συνδυάζει και εκμεταλλεύεται την τεχνογνωσία και την εμπειρία της εταιρείας και στους δύο τομείς.
Τον Οκτώβριο του 2016 έλαβε χώρα η έκδοση μιας σειράς επιστημονικών δημοσιεύσεων μελέτης αγρού μεγάλης κλίμακας σε σχέση με την ασφάλεια των μελισσών από την επένδυση σπόρων με νεονικοτινοειδή που πραγματοποιήθηκε στο Mecklenburg της Δυτικής Pomerania, μία πολιτεία της Βόρειας Γερμανίας. Η μελέτη έγινε με ευθύνη της Bayer και υλοποιήθηκε από διάφορους επιστημονικούς συνεργάτες. Σκοπός ήταν να αξιολογήσει τις πιθανές επιδράσεις των σπόρων ελαιοκράμβης που επενδύονται με clothianidin σε είδη μελισσών με διαφορετικό κύκλο ζωής, όπως στις μέλισσες (Apis mellifera), τους βομβίνους (Bombus terrestris) και σε ένα είδος αγριομελισσών (Osmia bicornis). Οι έξι επιστημονικές δημοσιεύσεις είναι ήδη διαθέσιμες online στο Ecotoxicology, και παρέχουν όλες τις πληροφορίες σχετικά με το σκοπό, τα χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα της μελέτης.
Σύμφωνα με το Dr. Christian Maus, Global Lead Scientist Bayer Crop Science, κύριες αιτίες για τη θνησιμότητα των μελισσών είναι το παράσιτο βαρρόα ενώ, οι δηλητηριάσεις καταλαμβάνουν μία από τις τελευταίες θέσεις στη σχετική λίστα. Όπως είπε, τα προϊόντα με βάση τα νεονικοτινοειδή έχουν αντικαταστήσει πολλά παλαιότερα φυτοπροστατευτικά προϊόντα εξαιτίας της αποτελεσματικότητάς τους στη διαχείριση επιβλαβών εντόμων, της άριστης ασφάλειας του χρήστη και του σχετικά ευνοϊκού περιβαλλοντολογικού προφίλ, που σημαίνει σημαντική μείωση της ποσότητας δραστικών ουσιών στο περιβάλλον και είναι ίσως η πιο εντατικά διερευνημένη ομάδα εντομοκτόνων σχετικά με τις επιδράσεις τους στις μέλισσες και μετά από 20 χρόνια εντατικής έρευνας, κανείς δεν μπόρεσε να αποδείξει δυσμενείς επιπτώσεις στο επίπεδο αποικιών κάτω από ένα ρεαλιστικό σενάριο έκθεσης στον αγρό.
Η Bayer σε συνεργασία με εξωτερικούς ερευνητές, ξεκίνησε μία από τις μεγαλύτερες και πιο περιεκτικές μελέτες σε αγρό που έχουν γίνει ποτέ για τις μέλισσες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ήδη εγκεκριμένη επένδυση σπόρων ελαιοκράμβης με clothianidin δεν βλάπτει τις αποικίες των μελισσών. Η λεπτομερής ανάλυση των συλλεχθέντων δειγμάτων γύρης και νέκταρ έδειξε, ότι η έκθεση των μελισσών που τρυγούν / συλλέγουν από χωράφια με ελαιοκράμβη που είχε επενδυθεί με clothianidin ήταν χαμηλή και ότι, τα επίπεδα υπολειμμάτων στο νέκταρ και τη γύρη ήταν εντός του τυπικού εύρους επιπέδου υπολειμμάτων που έχει παρατηρηθεί σε προηγούμενες μελέτες. Από τη μελέτη αυτή, έγινε σαφές ότι η επένδυση σπόρων ελαιοκράμβης δεν είναι επιβλαβής για τις αποικίες μελισσών και βομβίνων καθώς και των υπό εξέταση αγριομελισσών
Εντυπωσιακή κλίμακα της μελέτης
Το Mecklenburg στη Δυτική Pomerania επιλέχθηκε ως η τοποθεσία για αυτή τη μελέτη αγρού μεγάλης κλίμακας διότι περίπου το ¼ ολόκληρης της καλλιεργήσιμης γης αυτής της πολιτείας στη Β. Γερμανία καλλιεργείται με χειμερινή ελαιοκράμβη. Οι τοποθεσίες και οι συνθήκες της μελέτης υπήρξαν αντιπροσωπευτικές των πιο σημαντικών περιοχών στην Ευρώπη όπου καλλιεργείται η ελαιοκράμβη.
Το 2014, οι σπόροι ελαιοκράμβης που επενδύθηκαν με clothianidin σπάρθηκαν σε ένα σύνολο έκτασης 800 εκταρίων σε μία πειραματική περιοχή 65 τ.χλμ., ενώ μη επενδεδυμένος σπόρος σπάρθηκε σε περίπου 600 εκτάρια σε μία περιοχή αναφοράς που ήταν αντίστοιχα 65 τ.χλμ. σε έκταση. Η απόσταση μεταξύ της περιοχής όπου έγινε εφαρμογή με clothianidin (treatment area) και του μάρτυρα (control area) ήταν άλλωστε αρκετά μεγάλη ώστε να αποφευχθεί φαινόμενο cross-foraging των επικονιαστών (να γίνει τρύγος/συλλογή από τους επικονιαστές και από τις δύο περιοχές).
Οι παράμετροι που διερευνήθηκαν στις περιοχές που έγινε εφαρμογή ήταν η σύσταση της γύρης που συγκομίστηκε από τις μέλισσες, τα επίπεδα υπολειμμάτων του clothianidin στη γύρη, στο νέκταρ και στο μέλι, η ανάπτυξη των αποικιών των βομβίνων, η δύναμη της αποικίας, η ανάπτυξη, η παραγωγή μελιού και η υγεία των μελισσών, και το αναπαραγωγικό δυναμικό των αγριομελισσών. Η μελέτη έδειξε ότι δεν εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις σε συνθήκες αγρού σε καμία από τις αξιολογηθείσες παραμέτρους.
Τι γνωρίζουμε για τις μέλισσες
Σύμφωνα με τους ειδικούς οι απώλειες των μελισσών δεν αποτελούν καινούργιο φαινόμενο. Παρόλες τις συνεχείς αναφορές για ουσιώδεις απώλειες μελισσών σε κάποιες περιοχές, ο συνολικός αριθμός των αποικιών των μελισσών παγκοσμίως έχει αυξηθεί περίπου κατά 45% τα τελευταία 50 χρόνια αντί να μειωθεί.
Περιοδικά αυξημένες απώλειες σε αποικίες μελισσών έχουν παρατηρηθεί για αιώνες ( όπως το 1906 στο Isle of Wight, το 1975 στο Μεξικό με το «σύνδρομο εξαφάνισης» και κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα στην Ιρλανδία).
Σε ένα κανονικό κύκλο ζωής της μέλισσας κατά τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου, περίπου 2,000 εργάτριες μέλισσες αφήνουν καθημερινά την κυψέλη για να πεθάνουν φυσιολογικά εξαιτίας της μικρής διάρκειας ζωής τους που είναι 4-6 εβδομάδες. Οι
μέλισσες που πεθαίνουν αντικαθιστώνται από νεαρές μέλισσες διατηρώντας έτσι την αποικία.
Η Ευρωπαϊκή μέλισσα δεν είναι άγριο ζώο αλλά χρειάζεται αντίστοιχη μεταχείριση με τα παραγωγικά ζώα όπως τα βοοειδή, οι χοίροι και τα πρόβατα, αν θέλουμε να παραμείνει υγιής.
Οι επιστήμονες και οι Αρμόδιες Αρχές συμφωνούν ότι η υγεία των μελισσών είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα. Πολλές μελέτες δείχνουν ς ότι η υγεία των μελισσών μπορεί επίσης να επηρεαστεί από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των
εντόμων και των παρασίτων, των μικροβιακών ασθενειών, της ανεπαρκούς διατροφής, και ακατάλληλων πρακτικών διαχείρισης των μελισσών και της κλιματικής αλλαγής.
Υπάρχει ευρέως η πεποίθηση μεταξύ των επιστημονικής κοινότητας ότι η Βαροϊκή ακαρίαση είναι ο κύριος παράγοντας που επηρεάζει την υγεία των αποικιών των μελισσών.
Τα προϊόντα της μέλισσας
Η Bayer διενεργεί σε βάθος έρευνα για τα χαρακτηριστικά των φυτοπροστατευτικών προϊόντων και των καλλιεργειών με βιοτεχνολογία από τα πρώιμα στάδια ανάπτυξης για να διασφαλίσει ότι δεν επηρεάζουν αρνητικά τα είδη που δεν αποτελούν στόχο όπως οι
μέλισσες, αν εφαρμόζονται σύμφωνα με τις συγκεκριμένες οδηγίες ετικέτας.
Στην Αυστραλία, υπάρχουν μερικές από τις πιο υγιείς μέλισσες στον κόσμο αν και η χρήση των προϊόντων φυτοπροστασίας είναι εντατική ως μέρος της ολοκληρωμένης διαχείρισης εχθρών στις φάρμες. Ένας βασικός λόγος μπορεί να είναι ότι δεν υπάρχει
Βαροϊκή ακαρίαση εκεί.
Τα προϊόντα με βάση τα νεονικοτινοειδή έχουν αντικαταστήσει πολλά παλαιότερα φυτοπροστατευτικά προϊόντα εξαιτίας της αποτελεσματικότητάς τους στη διαχείριση
επιβλαβών εντόμων, της άριστης ασφάλειας του χρήστη και του σχετικά ευνοϊκού περιβαλλοντολογικού προφίλ.
Πολλές καλλιέργειες εξαρτώνται από την επικονίαση, επομένως οι μέλισσες και η γεωργία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και η υπηρεσία της επικονίασης πρέπει να είναι διαθέσιμη στους παραγωγούς με ένα βιώσιμο τρόπο. Επιπλέον, η Bayer είναι ο κύριος χρήστης
υπηρεσιών επικονίασης των μελισσών για την επιχείρηση των σπόρων ελαιοκράμβης στον Καναδά. Επομένως, όπως λένε οι υπεύθυνοι της εταιρείας «δεν έχει νόημα για εμάς να βλάπτουμε της μέλισσες ή να προκαλούμε μείωση των αποικιών τους».
Ανθή Αγγελοπούλου
