Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018 10:25

Η διατροφή στην πρόληψη του καρκίνου

Του Ιωάννη Γκιουλμπασάνη MD, PhD

Παθολόγος - Ογκολόγος

Υπεύθυνος Τμήματος Χημειοθεραπείας

Γενική Κλινική Λάρισας "Ε Πατσίδης"

 

Τα περιστατικά νέων ασθενών με νεοπλασματικά νοσήματα αναμένεται να διπλασιασθούν τις επόμενες 2 δεκαετίες, με συνέπεια την ανάλογη επιβάρυνση των συστημάτων υγείας. Εκτιμάται ότι η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση της νόσου αν και από τα υπάρχοντα επιστημονικά δεδομένα, μια τέτοια συσχέτιση είναι ασαφής ή - στην καλύτερη των περιπτώσεων - ενδεικτική. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι πιθανολογούμενοι παθογενετικοί μηχανισμοί είναι έμμεσοι (κυρίως μέσω της παχυσαρκίας) και θα πρέπει να συμπαραγοντιστούν επιδημιολογικά με τον γενικότερο τρόπο ζωής (life-style). Παρ όλ’ αυτά, υπάρχουν διαθέσιμες οδηγίες (guidelines) που αφορούν τη διατροφή και τη φυσική δραστηριότητα σε σχέση με την πρόληψη του καρκίνου τόσο από τους World Cancer Research Fund (WCRF) και American Cancer Society (ACS) οι οποίες σε γενικές γραμμές συνάδουν με αυτές που αφορούν την πρόληψη και άλλων χρόνιων νοσημάτων όπως διαβήτης, καρδιαγγειακή νόσος κ.α..

 

Στο παρόν άρθρο, θα αναφερθούν οι πιο σημαντικοί παθογενετικοί μηχανισμοί που συνδέουν τη διατροφή με την ανάπτυξη καρκίνου, το σύνολο των τεκμηριωμένων σχέσεων μεταξύ τροφίμων - κατηγοριών τροφίμων και ανάπτυξης της νόσου όπως και οι προκλήσεις των σχετικών κλινικών μελετών. Τέλος, θα παρουσιασθούν οι επικαιροποιημένες οδηγίες από ρυθμιστικούς οργανισμούς.

 

 

Ιστορική Αναδρομή

Η αιτιολογική σχέση μεταξύ διατροφής και εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων - συμπεριλαμβανομένου και του καρκίνου - είχε περιγραφεί ήδη από τον Γαληνό (168πX). Το 1937 ο F.L. Hoffman, ένας εκ των συνιδρυτών της American Cancer Society (ACS), υποστήριξε ότι η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του καρκίνου - όχι όμως τον σημαντικότερο. Κατά το 2ο μισό του 20ου αιώνα, συγκεντρώθηκαν περισσότερα στοιχεία από πειραματικά και επιδημιολογικά δεδομένα. Βασιζόμενοι σε αυτά, οι R. Doll & R. Peto, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η διατροφή ευθύνεται για την ανάπτυξη περίπου του 35% των νεοπλασιών.

Στα τέλη της 10ετίας του ‘80 δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα 2 σημαντικών μελετών που εδραίωσαν τη σχέση μεταξύ διατροφής - εμφάνισης καρκίνου και έθεσαν τις βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης. Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, δημοσιεύθηκε από τον WCRF και τον American Institute for Cancer Research (AICR) η μελέτη με τίτλο “Food, Nutrition and the Prevention of Cancer: A Global Perspective” η οποία επικαιροποιήθηκε το 2007 και ακολούθως μετατράπηκε στο “Continuous Update Project” (www.wcrf.org/int/research-we-fund/continuous-update-project-cup) με σκοπό την συνεχή ανανέωση των επιστημονικών δεδομένων και των σχετικών συστάσεων.

 

Αιτολογική σχέση διατροφής και ανάπτυξης καρκίνου

Οι τροφές είναι ουσιαστικά ένα πολύπλοκο μείγμα χημικών ενώσεων που παρέχουν ποικιλία βιο-ενεργών συστατικών τα οποία δρουν μεμονωμένα ή συνεργικά επηρεάζοντας τις διαδικασίες της κυτταρικής διαφοροποίησης και απόπτωσης και την ορμονική ρύθμιση κυτταρικών λειτουργιών.

Η σχέση μεταξύ συστατικών της τροφής και καρκινογένεσης είναι συνήθως έμμεση και τελείται μέσω της δράσης ενός “μη γενοτοξικού μηχανισμού”, χαρακτηρίζεται δε από την παρουσία χρόνιας φλεγμονής, οξειδωτικού stress, ανοσοκαταστολής, ενεργοποίησης υποδοχέων και επιγενετική σίγαση. Υπάρχουν ωστόσο και μεμονωμένα παραδείγματα άμεσων - μεταλλαξιογόνων (γενοτοξικών) δράσεων όπως για παράδειγμα αυτό της αφλατοξίνης (μεταβολίτη του μύκητα Asp. Flavus που επιμολύνει βασικά τρόφιμα όπως ο αραβόσιτος) και απενεργοποιεί το ογκοκατασταλτικό γονίδιο TP53 των ηπατοκυττάρων με συνέπεια την ανάπτυξη ηπατώματος.

Η προστατευτική δράση, από την άλλη πλευρά, ορισμένων συστατικών της τροφής ασκείται με την αναστολή της μεταβολικής ενεργοποίησης προ-καρκινογόνων ουσιών ή/και με την καταστολή της καρκινογένεσης. Κεντρικό ρόλο παίζουν οι (mitogen-activated protein kinases) MAPK κινάσες που επηρεάζουν την ενδοκυττάρια σηματοδότηση για τη διατήρηση της ομοιόστασης, μεταγραφικοί παράγοντες όπως ο Nuclear Factor (NF)-kB (14) και η Activator Protein (AP)-1 που ρυθμίζουν τις πλειοτροπικές δράσεις τόσο εξωτερικών όσο και εσωτερικών ερεθισμάτων κυτταρικής σηματοδότησης, οι [nuclear factor-erythroid 2p45 (NF-E2)-related factors] NRF-2 που ρυθμίζουν την έκφραση των ενζύμων φάσης ΙΙ και είναι υπεύθυνοι για την αποτοξίνωση καρκινογόνων ουσιών και την προστασία από το οξειδωτικό stress καθώς και η β-Catenin, μια πρωτεΐνη που εμπλέκεται στη διακυτταρική σύνδεση και αποτελεί “στόχο” πολλών βιοενεργών συστατικών της τροφής.

 

Σχεδιασμός κλινικών μελετών

Η ανάδειξη της σχέσης μεταξύ ενός συστατικού της τροφής ή κατηγορίας τροφίμων ή διαιτολογικού προτύπου (πχ μεσογειακή διατροφή) και εμφάνισης καρκίνου είναι εξαιρετικά δύσκολη δεδομένης της πολυπλοκότητας των ίδιων των συστατικών, της ασάφειας του χρόνου που απαιτείται για την ανάπτυξη - εξέλιξη της νόσου και της πληθώρας των πιθανών συμπαραγόντων (confounders) που σχετίζονται με το life-style. Τα διαθέσιμα δεδομένα έχουν προκύψει από αναδρομικές και προοπτικές μελέτες. Η καταγραφή των δεδομένων γίνεται συνήθως με 2 τρόπους:

  1. 1.Τα ερωτηματολόγια συχνότητας τροφίμων [Food frequency questionnaire (FFQ)]: Καταγράφονται οι διατροφικές συνήθειες (συνήθως για 12 μήνες) με βάση μια προαποφασισμένη λίστα τροφίμων στην οποία μπορεί να ενσωματωθεί και η σχετική ποσότητα που καταναλώνεται. Ακολούθως, γίνονται κάποιες υποθέσεις και γενικεύσεις της διατροφικής κυρίως αξίας ενός αντιπροσωπευτικού τροφίμου ως προς την αντίστοιχη κατηγορία τροφίμων (πχ ψωμί è δημητριακά). Τα FFQs είναι εύχρηστα και μπορεί να εφαρμοσθούν σε μεγάλες μελέτες κοόρτης.
  2. 2.Με τα ερωτηματολόγια ανάκλησης 24ώρου καταγράφονται λεπτομερώς - αναδρομικά ή προοπτικά - οι τροφές που καταναλώνονται για μία ή για τρεις ημέρες (συνήθως 2 καθημερινές και μια αργία). Αν και αυτό θεωρείται το gold-standard της διατροφικής εκτίμησης υπάρχουν ενδείξεις ότι η υπο-αναφορά της προσλαμβανόμενης τροφής κυμαίνεται περίπου στα ίδια επίπεδα με τα FFQs.

 

Αφαιρετική έναντι ολιστικής προσέγγισης της διατροφής

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν κυρίως σε μικροσυστατικά των τροφών (micronutrients). Με αυτόν τον τρόπο, οποιαδήποτε συσχέτιση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον τεχνητό εμπλουτισμό τροφίμων ή την παραγωγή συμπληρωμάτων διατροφής. Ωστόσο, δεδομένα από κλινικές μελέτες όχι μόνο δεν έδειξαν όφελος αλλά ορισμένες σχετίσθηκαν με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου και οδήγησαν, στην έκδοση συστάσεων αποφυγής σκευασμάτων βιταμινών και ιχνοστοιχείων για την πρωτογενή πρόληψη του καρκίνου και των καρδιαγγειακών.

Σ’ ότι αφορά τα μακροσυστατικά της τροφής, όπως για παράδειγμα το λίπος, η σχέση δίαιτας - καρκίνου περιπλέκεται από ποιοτικά χαρακτηριστικά όπως η πηγή (κορεσμένα ζωικά λίπη έναντι μονο-/πολυακόρεστων φυτικών λιπαρών), ο τρόπος μαγειρέματος (cis- έναντι trans- λιπαρών) αλλά και από άλλους συνοδούς παράγοντες όπως η υπερκατανάλωση ζάχαρης και υδατανθράκων ή η σωματική άσκηση. Έτσι, ακόμα και για την απόδειξη μιας “θεωρητικά” πιθανής σχέσης - πχ κατανάλωση λίπους με ανάπτυξη καρκίνου του μαστού - τα δεδομένα από τις υπάρχουσες μελέτες δεν είναι ξεκάθαρα.

Φαίνεται τελικά ότι η ανάλυση των διαιτητικών προτύπων είναι πιο χρήσιμη για την ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης του καρκίνου διότι συνεκτιμά το σύνολο των τροφίμων και τη σχέση τους με την ανάπτυξη καρκίνου. Η ανάλυση μπορεί να είναι “αγνωσιακή” οπότε και χρησιμοποιούνται αθροιστικές στατιστικές μέθοδοι ή “εκ των προτέρων” η οποία βασίζεται σε κάποιο ενδεικνυόμενο διαιτολογικό πρότυπο. Η πρώτη (καλείται και “clusteranalysis) χρησιμοποιείται για την ομαδοποίηση ατόμων ενός πληθυσμού με παρόμοιο διαιτολογικό πρότυπο και παρέχει την πληροφορία μιας “τυπικής” δίαιτας για το συγκεκριμένο πληθυσμό, και η δεύτερη (“index” analysis) βαθμολογεί τον υπό μελέτη πληθυσμό σ’ ότι αφορά τη συμμόρφωσή του με ένα χαρακτηρισμένο διατολογικό πρότυπο όπως το “Alternative Healthy Eating Index”, ή το “Mediterranean Diet Score”. Έτσι, η ανάδειξη συσχετισμών είναι πιο πιθανή. Η ενσωμάτωση και της φυσικής δραστηριότητας στο διαιτολογικό πρότυπο στα πλαίσια ενός γενικότερου “lifestyle προτύπου” έχει επίσης συσχετισθεί με τον κίνδυνο ανάπτυξης πολλών τύπων νεοπλασιών.

 

Δοσολογική σχέση

Η παλαιότερη αντίληψη σε ότι αφορά τη γραμμική σχέση μεταξύ διατροφής - καρκίνου πάνω στην οποία βασίζονταν όλα τα δεδομένα έχει πλέον αλλάξει. Σήμερα χρησιμοποιούνται πιο εκλεπτυσμένα-αναλυτικά στατιστικά μοντέλα (πχ cubic spline regression). Τα περισσότερα στοιχεία υποστηρίζουν μια σχέση τύπου “U” με την έννοια ότι τόσο η έλλειψη όσο και η υπερκατανάλωση ενός συστατικού της τροφής οδηγεί σε εξίσου σημαντικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Ωστόσο, απαιτείται μεγάλο μέγεθος δείγματος προκειμένου να αποδειχθεί η συγκεκριμένη σχέση.

 

Γενετική ανομοιογένεια των όγκων

Η καρκινογένεση είναι μια διαδικασία η οποία αιτιοπαθογενετικά είναι δυνατόν να διαφέρει για τους ιστολογικούς τύπους ενός συγκεκριμένου ιστού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο καρκίνος του οισοφάγου: Το πλακώδες καρκίνωμα σχετίζεται με το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ στις δυτικές χώρες και με λοίμωξη από ιό HPV στην Ινδοκίνα ενώ, το αδενοκαρκίνωμα με την παχυσαρκία και την γαστρο-οισοφαγική παλλινδρόμηση. Επομένως, μόνο ορισμένοι από τους διαιτητικούς παράγοντες που έχουν μελετηθεί σχετίζονται και με τους δυο ιστολογικούς τύπους. Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και με τον καρκίνο του ενδομητρίου: Η παχυσαρκία σχετίζεται με τον τύπο Ι (ενδομητροειδικός) και όχι με τον τύπο ΙΙ (μη ενδομητροειδικός). Σε ότι αφορά τον καρκίνο του μαστού, με τα μέχρι τώρα δεδομένα έχουν ταυτοποιηθεί 21 υπότυποι με διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου. Έτσι, από τη μετανάλυση 20 μελετών, φαίνεται ότι η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών προστατεύει από την εμφάνιση ορμονικά αρνητικών όγκων, όχι όμως και από τους ορμονοευαίσθητους. Ως εκ τούτου, χρειάζεται να συνυπολογίζεται ανάλογα το μέγεθος του δείγματος ώστε να αναδεικνύονται οι συσχετίσεις μεταξύ δίαιτας και συγκεκριμένων ιστολογικών υποτύπων.

 

Η εξέλιξη των συστάσεων

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην μελέτη των συσχετίσεων μεταξύ διατροφής και καρκίνου, χωρίς ωστόσο αυτό να συνεπάγεται την ανάλογη αναπροσαρμογή των σχετικών συστάσεων από τις ρυθμιστικές αρχές. Έτσι, η μόνες διαφορές μεταξύ των συστάσεων του WCRF/AICR του 2007 σε σχέση με αυτών του 1997, αφορούν την κατανάλωση λίπους: Από την αρχική οδηγία “οι θερμίδες που προέρχονται από το ολικό λίπος να μην ξεπερνούν το 30% των ημερήσιων θερμίδων”, οι συστάσεις γενικεύθηκαν στην αποφυγή των πυκνών σε ενέργεια τροφών όπως, αναψυκτικά, δίαιτα τύπου fast-food και επεξεργασμένο κρέας. Η τροποποίηση ουσιαστικά αφορούσε την αλλαγή από μια οδηγία με βάση ένα θρεπτικό συστατικό (λίπος) σε μια οδηγία με βάση γενικότερα τη διατροφή.

Επιπλέον, συστήνεται σαφώς η αποφυγή λήψης μεμονωμένων συμπληρωμάτων μικροσυστατικών των τροφών διότι ενώ δεν υπάρχουν σαφή επιστημονικά δεδομένα, αποτελούν προϊόντα διαφήμισης ή και παραπληροφόρησης. Εξάλλου οι όποιες - μεμονωμένες - “θετικές” μελέτες που αντιβαίνουν στην πάγια γνώση τυγχάνουν δυσανάλογης προβολής από τα μέσα ενημέρωσης ή και χρησιμοποιούνται για λόγους αυτοπροβολής από ερευνητές και ερευνητικά κέντρα.

Η “σταθερότητα” επομένως των συστάσεων δεν είναι τόσο αποτέλεσμα της επιστημονικής στασιμότητας αλλά σχετίζεται - ή καλύτερα προφυλλάσει - από τη διαχείριση της γνώσης για επικοινωνιακούς λόγους.

 

Τα δεδομένα

Το σύνολο της διαθέσιμης βιβλιογραφίας που αφορά τη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ διατροφής - εμφάνισης καρκίνου ανασκοπήθηκε πρόσφατα από τους P Latino-Martel και συν. και προέρχεται από 133 μεταναλύσεις, συγκεντρωτικές αναλύσεις και παρεμβατικές μελέτες.

Τα πιο σημαντικά επιμέρους στοιχεία που αφορούν την αιτιολογική σύνδεση των αναφερόμενων συσχετίσεων είναι τα εξής:

  • Η αιθανόλη δρα και γενοτοξικά μέσω της ακεταλδεϋδης αλλά και με έμμεσους μηχανισμούς [οξειδωτικό stress, ανεπάρκεια φυλλικού οξέος, αύξηση ορμονών του φύλου, διαλύτης άλλων καρκινογόνων (πχ προϊόντων καπνού)].
  • Η παχυσαρκία επηρεάζει πολλαπλά όργανα - συστηματικά - μέσω μεταβολών των επιπέδων πολλών ορμονών [ινσουλίνη, insulin growth factor (IGF)-1, οιστρογόνων], αδιποκινών (λεπτίνη, αδιπονεκτίνη), χρόνιας φλεγμονής [Tumor necrosis factor (TNF)-α, interleukin (IL)-6)], οξειδωτικού stress (λιπιδική υπεροξείδωση) αλλά και τοπικούς μηχανισμούς (πχ γαστρο-οισοφαγική παλλινδρόμιση). Αντιθέτως, σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης ορμονοεξαρτώμενου καρκίνου του μαστού στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες λόγω της μειωμένης έκθεσης σε οιστρογόνα.
  • Η καρκινογόνος δράση του κόκκινου και ειδικά του επεξεργασμένου κρέατος οφείλεται στη μιτογόνο δράση ουσιών όπως ετεροκυκλικών αμινών, πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων καθώς και N-νιτροζοαμινών. Ειδικά για το παχύ έντερο ένας επιπλέον μηχανισμός είναι η περίσσια αιμικού σιδήρου.
  • Η λήψη συμπληρωμάτων με υψηλή συγκέντρωση (>20mg/ημέρα) β-καροτένιου έχει συσχετισθεί με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα και του στομάχου σε καπνιστές πρώτον λόγω της ενεργοποίησης (προ-οξειδωτική δράση) των καρκινογόνων του καπνού που έρχονται σε άμεση επαφή με τους βλεννογόνους αυτών των οργάνων με συνέπεια την περαιτέρω απελευθέρωση ελευθέρων ριζών, δεύτερον, λόγω συνέργειας με τα καρκινογόνα του καπνού ως προς την απενεργοποίηση του ΤP53 και, τρίτον, μέσω της μείωσης της έκφρασης της αιμο-οξυγενάσης 1, μιας πρωτεΐνης που έχει προστατευτικό ρόλο στο κυτταρικό stress.
  • Η φυσική δραστηριότητα μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου κυρίως μέσω της άμεσης επίδρασης στα επίπεδα ορμονών όπως η ινσουλίνη, ο IGF-1, η αδιπονεκτίνη και τα οιστρογόνα ενώ επιπλέον μειώνει το οξειδωτικό stress και τους δείκτες φλεγμονής. Σ’ ότι αφορά τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου, πιθανολογείται μια επιπλέον τοπική δράση, μέσω της βελτίωσης της λειτουργικότητας του οργάνου και επομένως μείωσης του χρόνου επαφής των καρκινογόνων των τροφών με το βλεννογόνο.
  • Τα φρούτα και τα λαχανικά ασκούν την ευεργετική τους δράση μέσω της πληθώρας των μικροσυστατικών που περιέχουν όπως οι πολυφαινόλες, το καροτένιο και οι θειούχες ενώσεις με σημαντική αντιοξειδωτική δράση, το φυλλικό οξύ (βιταμίνη B9) που παίζει ρόλο στη σύνθεση και μεθυλείωση του DNA ενώ περιέχουν πολλές φυτικές ίνες που σχετίζονται με μείωση της αντίστασης στην ινσουλίνη, μείωση της δραστικότητας του IGF-1 και μείωση της συστηματικής φλεγμονής μέσω παραγωγής λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου από το εντερικό μικροβίωμα. Επιπλέον μειώνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου μέσω αύξησης του όγκου των κοπράνων και κατά συνέπεια αραίωσης της συγκέντρωσης καρκινογόνων της τροφής.
  • Τα γαλακτοκομικά φαίνεται να έχουν αντικρουόμενη δράση. Από τη μια προστατεύουν λόγω της περιεκτικότητας σε ασβέστιο, λινολεϊκό οξύ και σφιγγολιπιδίων που έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες και από την άλλη είναι πηγή κορεσμένων λιπαρών και χοληστερόλης. Η κατανάλωση γάλακτος σε μεγάλες ποσότητες και ανεξαρτήτως από την περιεκτικότητα σε λίπος και υδατάνθρακες, έχει σχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού και του προστάτη μέσω της αύξησης των επιπέδων του IGF-1.
  • Ο θηλασμός φαίνεται να προστατεύει από τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού λόγω της πρόκλησης τελικής διαφοροποίησης των κυττάρων του μαζικού αδένα και της απόπτωσης αυτών που φέρουν βλάβες στο DNA.

 

Το μέλλον της έρευνας

Έως σήμερα, η εξέλιξη που έχει σημειωθεί στο σχεδιασμό των κλινικών μελετών και στη στατιστική μεθοδολογία έχει βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της σχέσης μεταξύ διατροφής και καρκίνου. Η πρόοδος ωστόσο που σημειώνεται στην γενετική με την ανάπτυξη μελετών ευρείας συσχέτισης του γονιδιώματος (genome wide association studies, GWAS) μας δίνουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την πολυπλοκότητα αυτής της σχέσης: Το όφελος ή η βλαπτική δράση ενός συστατικού της τροφής σ’ ότι αφορά την καρκινογένεση είναι δυνατόν να καθορίζεται από μια γενετική παραλλαγή των ενζύμων που το μεταβολίζουν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός πολυμορφισμού της methylenetetrahydrofolate reductase (MTHFR) - του MTHFR C677T TT γενότυπου - o οποίος σχετίζεται in vitro με μείωση κατά 70% της ενζυμικής δραστικότητας (σε σχέση με τον CC φυσικού γενότυπου) ο οποίος σχετίζεται από την μία πλευρά με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης κολο-ορθικού καρκίνου όταν η πρόσληψη φυλικού οξέος είναι χαμηλή και από την άλλη με μειωμένο όταν η πρόσληψη είναι υπερ-φυσιολογική. Επομένως, το μέλλον ανήκει πιθανώς σε μια “εξατομικευμένου τύπου διαιτολογική συμβουλευτική” κατά την οποία θα λαμβάνονται υπ’ όψιν ο γενότυπος, το σύνολο των πιθανών προδιαθεσικών παραγόντων αλλά και ο συνολικός κίνδυνος ανάπτυξης και άλλων νοσημάτων (πχ καρδιαγγειακά, διαβήτης, κα).

Ο τομέας της βιολογίας που ασχολείται με την αλληλεπίδραση μεταξύ συστατικών της τροφής και γονιδιακής έκφρασης καλείται διαιτογενομική (nutrigenomics). Ωστόσο, οι σχέσεις είναι πολύπλοκες - απαιτείται συμπαραγοντισμός του βασικού μεταβολισμού, του ορμονικού προφίλ, της σύστασης του σώματος, της φυσικής δραστηριότητας, του μικροβιώματος, της παρουσίας φλεγμονής, του οξειδωτικού stress, της διαδικασίας του γήρατος, της περιβαλλοντικής έκθεσης και της ψυχοκοινωνικής κατάστασης. Η διερεύνηση των παραπάνω αλληλο-διαπλεκόμενων αλλά και δυναμικών σχέσεων θα ήταν αδύνατη χωρίς την ανάπτυξη των νέων “-omics” τεχνολογιών. Η βιολογική ενεργότητα ενός μεταβολίτη είναι δυνατόν να μεσολαβεί μεταξύ ενός εξωγενούς ερεθίσματος και της ανάπτυξης καρκίνου και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βιοδείκτης. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν οι μεταβολίτες της καφεΐνης στον ορό που φαίνεται να μεσολαβούν της συσχέτισης μεταξύ κατανάλωσης καφέ και μείωσης του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου στην μελέτη Prostate, Lung, Colorectal and Ovarian Screening (PLCO). Ωστόσο απαιτούνται επιπλέον μελέτες για να καθορισθεί το ιδανικό δείγμα παρακολούθησης, να επιλεγούν οι κατάλληλοι μεταβολίτες και τα συγκεκριμένα χρωματογραφικά πρωτόκολλα και στατιστικές μέθοδοι ούτως ώστε να ερμηνευθούν σωστά τα αποτελέσματα αναλύσεων των δεκάδων χιλιάδων μεταβολιτών.

Η διαιτολογική επιγενετική αποτελεί ένα επιπλέον πεδίο έρευνας που αφορά την αλληλεπίδραση των συστατικών των τροφών με την γονιδιακή έκφραση μέσω της μεθυλείωσης του DNA, της ακετυλίωσης των ιστονών, και την έκφραση miRNAs) επηρεάζοντας σημαντικές κυτταρικές λειτουργίες, όπως η απόπτωση και ο κυτταρικός πολλαπλασιασμός. Πιθανολογείται για παράδειγμα, ότι ένας από τους βασικούς λόγους της συσχέτισης μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ - ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου είναι η μείωση των επιπέδων του φυλλικού οξέος που αυτό προκαλεί στο βλεννογόνο του οργάνου με συνέπεια την αλλαγή στην κατάσταση μεθυλείωσης πολλαπλών γονιδιακών εκκινητών. Σ’ ένα άλλο παράδειγμα, προκλινικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι η κουερσετίνη, ένα φλαβονοειδές που περιέχεται σε μεγάλες ποσότητες σε τρόφιμα όπως μήλα, σταφύλια, μπρόκολα, ντομάτα, κλπ, επηρεάζει την έκφραση miRNAs που σχετίζονται in vitro με πληθώρα βιολογικών δράσεων (πολλαπλασιασμός, απόπτωση, διήθηση, μετάσταση) (56). Ο χρόνος έκθεσης επίσης, φαίνεται να είναι σημαντικός παράγοντας όπως στην περίπτωση του καρκίνου του μαστού, με την έννοια ότι επιγενετικές αλλαγές που συμβαίνουν κυρίως κατά την παιδική - προεφηβική ηλικία είναι αυτές επηρεάζουν περισσότερο τη δια βίου έκθεση σε οιστρογόνα.

Επίσης, με βάση και τις πρόσφατες ενδείξεις, υπολογίζεται ότι το μικροβίωμα σχετίζεται με την καρκινογένεση, μέσω παραγωγής τοξινών, φλεγμονής, ανοσοκαταστολής, παραγωγής ενδογενών παραγόντων (χολικά άλατα, στεροειδή), με τη διατροφή να επηρεάζει τόσο τον τύπο όσο και τον αριθμό των μικροοργανισμών της πεπτικής οδού. Η διαδικασία καταγραφής και αποτύπωσης του μικροβιώματος (the Human Microbiome Project) είναι σε εξέλιξη και πιστεύεται ότι θα μπορούσε να διαλευκανθεί ένας ακόμη ενδιάμεσος - και επί του παρόντος ανεξερεύνητος - συνδετικός κρίκος μεταξύ δίαιτας και ανάπτυξης καρκίνου αν και αυτό απαιτεί την κινητοποίηση νέων τεχνολογιών και σημαντικών οικονομικών πόρων.

Τέλος, στις μελέτες που είναι τώρα ενεργείς, όπως για παράδειγμα η μελέτη EPIC (European Prospective Investigation into Cancer), γίνεται προσπάθεια να συμπεριλαμβάνονται κέντρα από πολλές Ευρωπαϊκές χώρες με διαφορετικά διαιτολογικά πρότυπα ώστε να είναι δυνατή η γενίκευση των συμπερασμάτων (60).

 

Συμπεράσματα

Η σχέση μεταξύ διατροφής και ανάπτυξης καρκίνου είναι ιδιαίτερα περίπλοκη. Τις τελευταίες δεκαετίες, παράλληλα με τις εξελίξεις στη βασική και μεταφραστική έρευνα, έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος σ’ ότι αφορά το μεθοδολογικό σχεδιασμό των μελετών. Η συνέχιση αυτής της “επένδυσης” στο συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο είναι ιδιαιτέρως σημαντική δεδομένου ότι η διατροφή αποτελεί έναν καθολικό - και εν δυνάμει τροποποιήσιμο - παράγοντα που σχετίζεται με την ανάπτυξη του καρκίνου.

 

Παρακαλώ εισάγεται το όνομα χρήστη και τον κωδικό που σας έχουν δοθεί. Προσοχή! Η σύνδεση σε "κλειδωμένες" ενότητες του portal απευθύνεται αποκλειστικά σε επαγγελματίες υγείας και μόνο.