Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014 11:02

Ενδοκρινικές διαταραχές σε επιβιώσαντες από παιδιατρικό καρκίνο

 

H εμφάνιση ενδοκρινικών διαταραχών σε άτομα που έχουν επιβιώσει επί μακρόν μετά από παιδιατρικό καρκίνο δεν έχει διερευνηθεί διεξοδικά. Σκοπός μιας νέας μελέτης που έγινε στα εθνικά μητρώα των Σκανδιναβικών χωρών, ήταν να εκτιμήσει το δια βίου κίνδυνο ενδοκρινικών διαταραχών στους επιβιώσαντες από παιδιατρικό καρκίνο στις σκανδιναβικές χώρες.

Η αναζήτηση στα εθνικά μητρώα καρκίνου της Δανίας, της Φινλανδίας, της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας οδήγησε στον εντοπισμό 31.723 ατόμων που είχαν επιβιώσει επί 1 έτος μετά από παιδιατρικό καρκίνο, από την έναρξη των καταχωρήσεων στη δεκαετία του 1940 και του 1950. Μετά από σύνδεση των συμμετεχόντων στη μελέτη με τα εθνικά νοσοκομειακά αρχεία, οι παρατηρούμενοι αριθμοί των ατόμων που επιβίωσαν από παιδιατρικό καρκίνο και που είχαν μια πρώτη επαφή με νοσοκομείο λόγω ενδοκρινικών διαταραχών συγκρίθηκαν με τους αναμενόμενους αριθμούς που προέκυψαν από έλεγχο του γενικού πληθυσμού. Οι ειδικοί υπολόγισαν τις απόλυτες τιμές του πρόσθετου κινδύνου που αποδόθηκε στην κατάσταση του επιβιώσαντος από παιδιατρικό καρκίνο, καθώς και τις τυποποιημένες αναλογίες ποσοστών νοσοκομειακής νοσηλείας (standardised hospitalisation rate ratios, SHRR).

Από τους επιβιώσαντες από παιδιατρικό καρκίνο, 3.292 είχαν επικοινωνήσει με νοσοκομείο λόγω ενδοκρινικής διαταραχής, δίνοντας SHRR 4,8 (95% CI: 4,6–5,0). Ο υψηλότερος κίνδυνος παρατηρήθηκε σε επιβιώσαντες από λευχαιμία (SHRR 7,3 [95% CI: 6,7–7,9]), από όγκους του ΚΝΣ (6,6 [6,2–7,0]) και από λέμφωμα Hodgkin (6,2 [5,6–7,0]). Η απόλυτη τιμή πρόσθετου κινδύνου για ενδοκρινικές διαταραχές ήταν περίπου 1000 ανά 100.000 ανθρωποέτη έως την ηλικία των 20 ετών και 400 ανά 100.000 ανθρωποέτη στο υπόλοιπο του βίου. Στα παιδιά στα οποία ο καρκίνος διαγνώστηκε στην ηλικία των 5–9 ετών, ο αθροιστικός κίνδυνος για ενδοκρινικές διαταραχές ήταν υψηλότερος και έφτανε το 43% στην ηλικία των 60 ετών. Οι διαγνώσεις υπολειτουργίας της υπόφυσης (SHRR 88,0), υποθυρεοειδισμού (9,9) και δυσλειτουργίας των όρχεων και των ωοθηκών (42,5 και 4,7, αντίστοιχα) αντιπροσώπευαν μαζί το 61% (655 από 1078) του συνόλου των πρόσθετων, οφειλόμενων στη νόσο και στη θεραπεία, ενδοκρινικών διαταραχών σε επιβιώσαντες από παιδιατρικό καρκίνο.

Ο αθροιστικός κίνδυνος ενδοκρινικών διαταραχών στην ηλικία των 60 ετών, ο οποίος ήταν πάνω από 40% στους επιβιώσαντες από παιδιατρικό καρκίνο, υπογραμμίζει τη σημασία της ελαχιστοποίησης των αρνητικών συνεπειών της θεραπείας, της εντατικοποίησης της δευτερογενούς πρόληψης και της δια βίου παρακολούθησης των ατόμων που επιβιώνουν. Καθώς οι περισσότεροι επί μακρόν επιβιώσαντες από παιδιατρικό καρκίνο δεν παρακολουθούνται σε κάποια εξειδικευμένη κλινική όψιμων επιπτώσεων, αποτελούν μια ολοένα μεγαλύτερη πρόκληση για τους ιατρούς της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και τους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων που εργάζονται εκτός του τομέα των όψιμων επιπτώσεων.