Τις τελευταίες μέρες κυκλοφορούν φήμες για την ένταξη της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) στο Πανεπιστημιακό σύστημα, είτε ως νέο, αυτοτελές Πανεπιστήμιο, είτε με την ενσωμάτωση της σε ένα από τα υπάρχοντα ΑΕΙ.
Σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε η Κίνηση Πανεπιστημιακής Αναβάθμισης, η ΕΣΔΥ είναι ΝΠΔΔ που υπάγεται στο Υπουργείο Υγείας, ενώ και το Υπουργείο Παιδείας ασκεί σε αυτήν μια (ασαφή) εποπτεία.
Το έργο της έχει δυο σκέλη: υλοποιεί εκπαιδευτικά προγράμματα που έχουν αναγνωριστεί ότι είναι ισότιμα με Μάστερ, τα οποία απευθύνονται στους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και σε άλλους υγειονομικούς, και εκπονεί ερευνητικά προγράμματα και μελέτες που ανατίθενται προνομιακά και κατ’ αποκλειστικότητα σε αυτήν από το Υπουργείο Υγείας και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.
Η έκθεση εξωτερικής αξιολόγησης από την ΑΔΙΠ αποτελεί μια αντικειμενική αποτίμηση του έργου της. Από την ίδρυση της το 1929, ως Υγειονομική Σχολή Αθηνών, μέχρι τη δεκαετία του 1990, ήταν μια από τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας.
Όπως λέει, είναι γεγονός ότι η ιδιάζουσα μορφή του status της ΕΣΔΥ πρέπει να επανατοποθετηθεί σε μια σωστή και σύγχρονη βάση. Στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, αυτό έγινε με την ένταξη των αντίστοιχων Σχολών στα Πανεπιστήμια, μέσα από αυστηρές διαδικασίες αξιολόγησης, τόσο των λειτουργιών τους όσο και του προσωπικού τους. Εδώ, όποτε τίθεται το θέμα, επιχειρείται η «ανωτατοποίηση» της με παράκαμψη των συνήθων κανόνων και πρακτικών για τη δημιουργία νέων Πανεπιστημιακών Σχολών. Η πρώτη προσπάθεια, στη δεκαετία του 1990, προσέκρουσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, που έκρινε ότι ο Νόμος στον οποίο βασιζόταν σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος που υποβλήθηκε σε αυτό, ήταν αντισυνταγματικός. Η δεύτερη, με σχέδιο νόμου που κατατέθηκε και συζητήθηκε στη Βουλή τον Μάρτιο του 2012, ναυάγησε όταν αντέδρασαν Βουλευτές από όλα τα κόμματα, η Πανεπιστημιακή Κοινότητα μετά από κινητοποίηση του Προεδρείου της ΠΟΣΔΕΠ, και η τότε Κυβέρνηση το απέσυρε.
Η ΚΙΠΑΝ, όπως και η ΠΟΣΔΕΠ το 2012, συμφωνεί στην ένταξη της ΕΣΔΥ στο σύστημα των ΑΕΙ της χώρας, υπό τους εξής τρεις απαράβατους όρους:
- Δεν θα αποτελεί αυτοτελές Ίδρυμα, αλλά θα ενταχθεί σε ένα από τα υπάρχοντα ΑΕΙ (Πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ),ως νέο Τμήμα στα πλαίσια σχετικής Σχολής στο χώρο των Επιστημών Υγείας. Άλλωστε, δεν νοείται αυτοτελές Ίδρυμα που στελεχώνεται από λιγότερους από 12 καθηγητές, ούτε χρειάζεται η χώρα άλλο ένα ΑΕΙ!
- Θα υπαχθεί στους ισχύοντες κανόνες λειτουργίας των ΑΕΙ και στην αποκλειστική
εποπτεία από το Υπουργείο Παιδείας, θα διοικείται από τις Πρυτανικές Αρχές του Ιδρύματος στο οποίο θα ενταχθεί, και θα πάψει να ισχύει το προνομιακό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο το Υπουργείο Υγείας της αναθέτει ερευνητικά έργα και μελέτες, αφού κάτι τέτοιο αντίκειται στην λειτουργία των ΑΕΙ, ώστε να
διασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους.
- Το μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό της ΕΣΔΥ θα ενταχθεί σε αντίστοιχες θέσεις
Καθηγητών μόνο μετά από κρίση και ανοιχτές διαδικασίες, όμοιες με αυτές που
ισχύουν για όλους τους Καθηγητές των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, που κρίνονται
ανταγωνιστικά πριν εξελιχθούν σε ανώτερες βαθμίδες. Η οποιαδήποτε «έκπτωση» σε αυτήν την αρχή θα συνιστούσε κατάφορη, προνομιακή μεταχείριση των νυν υπηρετούντων στην ΕΣΔΥ, και θα μπορεί να προσβληθεί στο Συμβούλιο της
- Επικρατείας ως αντισυνταγματική.
Σύμφωνα με την ΚΙΠΑΝ, οι φήμες που κυκλοφορούν δημιουργούν πολλά ερωτήματα για την απροσχημάτιστη μεθόδευση που επιχειρείται από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας, τους κυρίους Ξανθό και Πολάκη (έχει άραγε πλήρη γνώση των τεκταινομένων ο Υπουργός Παιδείας κύριος Γαβρόγλου;). Αλλά και η «αντιπρόταση» για ένταξη σε συγκεκριμένο κεντρικό Πανεπιστήμιο δημιουργεί εύλογα ερωτήματα, καθότι αποδέχεται την αυτόματη και χωρίς καμιά κρίση ένταξη του υπηρετούντος προσωπικού σε Πανεπιστημιακές θέσεις!
Η ΚΙΠΑΝ εκφράζει την έντονη ανησυχία της Πανεπιστημιακής κοινότητας για την
επιχειρούμενη δημιουργία ενός νέου ΑΕΙ -στην Αττική μάλιστα- με άτυπες και
αντιακαδημαϊκές διαδικασίες και σε περίπτωση που προωθηθεί νομοθετική ρύθμιση που δεν πληροί τις παραπάνω τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν εχέγγυα της ορθής ακαδημαϊκής λειτουργίας, καλεί το Υπουργείο Παιδείας να μην συναινέσει σε τέτοια αντιακαδημαϊκή νομοθετική ρύθμιση, τα Πολιτικά Κόμματα να την καταψηφίσουν σε περίπτωση που κατατεθεί στη Βουλή, τους Πρυτάνεις των Πανεπιστημίων και τους Προέδρους των ΤΕΙ να αντιταχθούν, σε όποια ρύθμιση παρακάμπτει την καθιερωμένη πρακτική δημιουργίας νέων ΑΕΙ και τις διαδικασίες κρίσης και εξέλιξης Καθηγητών, και τις Σχολές Επιστημών Υγείας και τους Συλλόγους Καθηγητών, που λειτουργούν σε αυτές, να κινητοποιηθούν για να μην επιτρέψουν την έμμεση αλλά σαφή υποβάθμιση του κόπου των Καθηγητών που υπηρετούν σε αυτές.
Ανθή Αγγελοπούλου
