Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017 09:06

Ο εγκέφαλος μπορεί να λύσει το πρόβλημα της παχυσαρκίας

Η παχυσαρκία δεν είναι ένα απλό διαιτητικό πρόβλημα, ούτε αποτελεί πρόβλημα συμπεριφοράς. Από το 2007, η παχυσαρκία είναι επισήμως και διεθνώς μια χρόνια νόσος, η οποία εξελίσσεται προς το χειρότερο και υποτροπιάζει. Συνεπώς, οποιαδήποτε προσέγγιση, όπως ότι ο παχύσαρκος είναι  «τεμπέλης», «λιχούδης» ή «κακομαθημένος» αποτελεί μια λανθασμένη και επικίνδυνη υπεραπλούστευση. Κι ακόμη, όποιος  πιστεύει πως, στις αρχές του καλοκαιριού, με λίγες ημέρες δίαιτα, μπορεί να λύσει ένα χρόνιο πρόβλημα, κάνει μεγάλο λάθος. 
Γενικά, οι παχύσαρκοι ασθενείς, δηλαδή τα άτομα με περισσότερο λίπος,πρέπει να αντιμετωπίζονται με περισσότερο σεβασμό. Πολλές φορές δεν αρκεί η καλή προαίρεση. Διότι στη διαμόρφωση του προβλήματος της παχυσαρκίας, εκτός από τις ατομικές συμπεριφορές, παίζουν ρόλο και άλλοι παράγοντες, όπως γενετικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί και ψυχολογικοί, άρα το θέμα απαιτεί τη μέγιστη σοβαρότητα και ευθύνη από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και επαγγελματίες υγείας. Το αδυνάτισμα είναι «εύκολο». Μπορούμε, για παράδειγμα, τρώγοντας βραστό κοτόπουλο για 20 ημέρες να χάσουμε κάποια κιλά, αλλά η θεραπεία της παχυσαρκίας είναι σύνθετη και δύσκολη.
Ορισμένοι άνθρωποι, όταν ζουν έντονες αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις,όπως μεγάλη στεναχώρια ή απογοήτευση, μπορούν να φτάσουν σε βουλιμία ή και στο άλλο άκρο, δηλαδή τη νευρική ανορεξία. Το βέβαιο είναι ότι, σήμερα πλέον, αναγνωρίζουμε την παχυσαρκία, ως μια νόσο πιο περίπλοκη απ’ όσο φανταζόμαστε. Κι αυτό διότι το ανθρώπινο σώμα θα προσαρμοστεί, ώστε να «επιστρέψει» στο σημείο που έχει «προγραμματιστεί». Το σώμα έχει μνήμη! Ο εγκέφαλος μπορεί να ορίσει το σώμα, ως εξής: «Ήσουν παχουλός, σε θέλω πάλι παχουλό!». Κι αυτό οφείλεται στα γονίδια των γονιών μας, από τους οποίους κληρονομήσαμε την προδιάθεση να παχαίνουμε ή να αδυνατίζουμε κάτω από δύσκολες ή απαιτητικές συνθήκες, όπως ένας πόλεμος.  Στην εποχή μας, όμως,το πρόβλημα είναι η αφθονία, η έλλειψη άσκησης, η ψυχολογική επιβάρυνση, το στρες, η κατάθλιψη. 
Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας απώλειας βάρους, αποφασίζει ο εγκέφαλος. Κάθε σημείο του σώματος δίνει μηνύματα σε συγκεκριμένα κέντρα του εγκεφάλου: Στο κέντρο ομοιοστασίας και στο κέντρο ανταμοιβής. 
Το κέντρο της ομοιοστασίας βρίσκεται στον υποθάλαμο. Αυτό ρυθμίζει τα «έσοδα», δηλαδή τη διατροφή και τα «έξοδα», δηλαδήτις καύσεις.Όταν το σώμα αρχίζει να χάνει βάρος, το κέντρο ομοιοστασίας βομβαρδίζεται από μηνύματα: «Μήπως υπάρχει πρόβλημα; Μήπως το σώμα βρίσκεται σε κίνδυνο;» Κι αυτό δυσκολεύειτο έργο της απώλειας βάρους, καθώς ο οργανισμός προσπαθεί να διατηρήσει το υφιστάμενο βάρος του.
Επίσης στον εγκέφαλο, υπάρχει το κέντρο ανταμοιβής: Ενώ έχουμε χορτάσει, ενώ έχουμε τις σωστές αποθήκες λίπους, έρχεται μια λιχουδιά που ξεπερνάει τις δυνατότητές μας και την οποία, καμιά αναστολή δεν μας αφήνει, άλλους περισσότερο, άλλους λιγότερο να αρνηθούμε.  Στο κέντρο ανταμοιβής εκτελείται μια διαδικασία, με την οποία κάποιες διατροφικές συνήθειες γίνονται πιο «δυνατές», πιο συχνές, πιο «αναγκαίες», όταν, δηλαδή, τρώμε συγκεκριμένα «ευχάριστα» φαγητά, που μας προσφέρουν μεγάλη ικανοποίηση, όπως τροφές που έχουν πολλές θερμίδες, λίπος, άμυλο, ζάχαρη και αλάτι. Όσο πιο τακτικά επαναλαμβάνονται αυτές οι συνήθειες, τόσο ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να δώσει σήμα ότι χορτάσαμε. Κάπως έτσι, τα παχύσαρκα άτομα καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες τροφήςψυχαναγκαστικά, ανεξάρτητα από το αίσθημα κορεσμού, πληρότητας ή απέχθειας προς το φαγητό που τρώνε. 
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η σύγχρονη φαρμακευτική έρευνα, όσον αφορά στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, στοχεύει στον εγκέφαλο και στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, καθώς φαίνεται ότι αυτά τα 2 κέντρα επικοινωνούν μεταξύ τους.Διάφοροι χημικοί νευροδιαβιβαστές, όπως η ντοπαμίνη, αλλά και οι ορμόνες που εμπλέκονται στην ομοιοστατική ρύθμιση της πρόσληψης τροφής, όπως η ινσουλίνη, η λεπτίνη και η γκρελίνη, έχουν σχέση με την τροποποίηση των επιδράσεων της τροφής στην ανταμοιβή.Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι ένα πρώτο σημαντικό βήμα για να βοηθηθούν οι παχύσαρκοι ασθενείς. 
Συνεπώς, το πρόβλημα είναι ότι, για πολλούς ανθρώπους, το φαγητό ξεπερνά τις δυνάμεις τους. Το σύστημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο τους είναι διαταραγμένο και σ’ αυτό επικεντρώνεται η θεραπευτική στόχευση.  Στην Ελλάδα, διατίθεται πλέον, από τη Valeant/PharmaSwissHellas, ένα καινοτόμο φαρμακευτικό σκεύασμα, με κλινική εμπειρία σε 1,5 εκατ. ανθρώπους στις ΗΠΑ. Το σκεύασμα αποτελεί μια από τις πιο σύγχρονες θεραπείεςστο χρόνιο πρόβλημα της παχυσαρκίας, καθώς βοηθάακριβώς στο πρόβλημα που περιγράψαμε: «Επιθυμώ να μειώσω την πείνα αλλά κυρίως να μειώσω την επιθυμία για λιχουδιές και τροφές που είναι γεμάτες λίπος ή ζάχαρη, πολύ επιθυμητές, τροφές που μας ξεπερνάνε». Το σκεύασμα περιέχει 2 ουσίες: τη ναλτρεξόνη και τη βουπροπιόνη, οι οποίες δρουν συνδυαστικά στα 2 κέντρα του εγκεφάλου. Πρόκειται για ένα χάπι, το οποίο, διατίθεται μόνο με ιατρική συνταγή, μιας καιο ιατρός θα πρέπει να καθορίσει εάν πάσχουμε από τη νόσο της παχυσαρκίας, εάν έχουμε ένδειξη ή αντένδειξη, την κατάλληλη δοσολογία, να ελέγξει αν επιτυγχάνεται απώλεια βάρους. 
Το νέο φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί μακροχρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι ο ασθενής θα χάσει το 5% του βάρους, μέσα στις πρώτες 16 εβδομάδες  θεραπείας. Ο ασθενής χρειάζεται ενθάρρυνση, παρακολούθηση, πιθανό επανακαθορισμό της δόσης, διότι το φάρμακο δε δρα από μόνο του. Η θεραπεία πρέπει να συμπληρώνεται από αλλαγή στον τρόπο ζωής, δηλαδή καλή διατροφή και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Το σκεύασμα είναι εγκεκριμένο από τον FDA& τον ΕΜΑ, παρουσιάζει λογικές παρενέργειες, όπως ξηροστομία και ναυτία, και είναι ασφαλές για την καρδιά, το πεπτικό σύστημα, το συκώτι και τα νεφρά.
Σε σχέση με την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές.Βασική είναι η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας και μια ισορροπημένη και μακροχρόνια διατηρήσιμηδίαιτα. Επιπλέον όμως χρειάζεται μια έντιμη «συμφωνία» ανάμεσα στον θεραπευτή και τον θεραπευόμενο. Ο ασθενής πρέπει να εμπιστευθεί και να ακολουθήσει τιςεπιστημονικές και τεκμηριωμένες συμβουλές του γιατρού, να ρυθμίσει,με σύγχρονα φάρμακα, το διαταραγμένο σύστημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, να προσαρμοστεί, να βρει τα σωστά κίνητρα, ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την παχυσαρκία.