Οι ενήλικες Έλληνες δεν γνωρίζουν ότι πρέπει να εμβολιάζονται
Παρά την αυξημένη πληροφόρηση και τις ενημερωτικές εκστρατείες που γίνονται τα τελευταία χρόνια για τον εμβολιασμό των ενηλίκων στη χώρα, το 22,5% των ερωτηθέντων σε σχετική έρευνα απάντησαν πως δε γνωρίζουν ότι χρειάζεται να εμβολιάζονται.
Εξαιρετικά επίσης είναι τα ευρήματα της τελευταίας πανελλαδικής έρευνας Hellas Health V του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής, η οποία υλοποιήθηκε σε συνεργασία με το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία Kappa Research σε δείγμα 1.087 ατόμων από τον ενήλικο ελληνικό πληθυσμό (ηλικίας 18 ετών και άνω, βάσει της απογραφής 2001 της ΕΣΥΕ), κατά την περίοδο Δεκέμβριος 2012-Ιανουάριος 2013. Το δείγμα για την παρούσα μελέτη επιλέχθηκε με τη μέθοδο της πολυσταδιακής δειγματοληψίας με χρήση quota ως προς τη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού, το φύλο και την ηλικία. Η συλλογή των δεδομένων έγινε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε νοικοκυριά, με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου.
Στα πλαίσια της έρευνας διερευνήθηκαν οι πρακτικές και οι στάσεις των ατόμων έναντι του εμβολιασμού στην ενήλικη ζωή. Σχετικά με τον εμβολιασμό των ενηλίκων, τα αποτελέσματα της έρευνας συγκλίνουν στα εξής: τα πιο συχνά εμβόλια που κάνουν οι ενήλικες είναι του τετάνου, της διφθερίτιδας και του κοκκίτη (20,7%) και ακολουθούν το εποχιακό εμβόλιο για τη γρίπη (18,5%), της Ηπατίτιδας Β (14%) και του πνευμονιόκοκκου (9,5%). Παρατηρείται ότι τα ποσοστά αυτά, είναι ιδιαίτερα χαμηλά σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το συχνότερο εμβόλιο που αναφέρουν ότι έχουν κάνει τα άτομα είναι του τετάνου, της διφθερίτιδας και του κοκκύτη, γεγονός που οφείλεται στο ότι το εμβόλιο χορηγείται ως τριδύναμο (DTaP/Tdap) μαζί με της διφθερίτιδα και του κοκκύτη, επομένως είναι φυσικό, όποιος ενήλικας εμβολιάζεται έναντι του τετάνου, να εμβολιάζεται έναντι και των υπολοίπων δύο ασθενειών. Ωστόσο θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ένας κοινός περιορισμός που απαντάται διεθνώς στις μελέτες που διερευνούν την εμβολιαστική κάλυψη, είναι το χαμηλό ποσοστό ανάκλησης, φαινόμενο που παρατηρήθηκε και στην παρούσα έρευνα.
Από την άλλη, είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό, το γεγονός, ότι παρά την αυξημένη πληροφόρηση και τις ενημερωτικές εκστρατείες που πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια για τον εμβολιασμό των ενηλίκων, ποσοστό 22,5% των ερωτηθέντων δήλωσε πως δε γνωρίζει αν οι ενήλικες χρειάζεται να εμβολιάζονται. Επιπλέον, σημαντικό ποσοστό των ατόμων εκτιμούν ότι οι κίνδυνοι από τον εμβολιασμό είναι περίπου ίδιοι με τα οφέλη (34,1%), ενώ μόνο οι μισοί (56,4%) πιστεύουν ότι τα οφέλη από τον εμβολιασμό υπερνικούν τους κινδύνους. Η πλειοψηφία των ατόμων (52,1%), συμφωνεί ότι ο εμβολιασμός παρέχει υψηλή προστασία έναντι της εξάπλωσης των μεταδιδόμενων νοσημάτων, ενώ το 49,4% πιστεύει ότι ο κίνδυνος από τις ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων είναι μέτριος και το 13,2% υψηλός. Επιπλέον, η πλειοψηφία των ατόμων (ποσοστό 35%, περίπου) δηλώνει ότι είναι μέτρια ενημερωμένοι τόσο για την αναγκαιότητα, όσο και για το όφελος, αλλά και τους κινδύνους που απορρέουν από τον εμβολιασμό.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός, ότι η πλειοψηφία των ατόμων ενημερώνεται για τον εμβολιασμό, από το internet (53.2%), την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τις εφημερίδες και τον λοιπό έντυπο τύπο (49,5%), τον θεράποντα ιατρό (49,3%), τους φίλους και το οικογενειακό περιβάλλον (20%). Στην πλειονότητά τους τα άτομα απευθύνονται σε ιδιώτη ιατρό συμβεβλημένο με το ασφαλιστικό τους ταμείο προκειμένου να εμβολιαστούν (31,8%), ενώ δεύτερο σε προτίμηση έρχεται το φαρμακείο (19,9%) και στη συνέχεια ο ιδιώτης ιατρός που δεν είναι συμβεβλημένος με το ασφαλιστικό ταμείο (12,3%). Ποσοστό 8% των ατόμων δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσπάθειά τους να εμβολιαστούν, αλλά μόνο το 69,3% δηλώνει ότι δεν αντιμετωπίζει δυσκολίες (22,7% - δεν γνωρίζω/δεν απαντώ).
Όσον αφορά στα εμπόδια για τον εμβολιασμό, για το 39,9% των ερωτηθέντων το κυριότερο εμπόδιο ήταν το κόστος του εμβολίου. Από όσους εμβολιάστηκαν, το 21,2% δήλωσε ότι επιβαρύνθηκε εξ ολοκλήρου το κόστος, ενώ το 19,8% πλήρωσε μόνο τη συμμετοχή. Τον τελευταίο χρόνο, ποσοστό 47,10% δήλωσε ότι πλήρωσε 5-10 ευρώ για εμβολιασμό, ενώ το 30% 10-20 ευρώ. Επόμενα σε συχνότητα εμπόδια αποτελούν η έλλειψη διαθεσιμότητας εμβολίων (30,8%), η αμέλεια (26,5%), το γεγονός ότι τα άτομα δε γνώριζαν που να απευθυνθούν (20,3%), υπήρχε μεγάλη αναμονή για το ραντεβού (20,3%), αλλά και δυσκολία στη συνταγογράφηση του εμβολίου (20,3%).
Στα πλαίσια της πανελλαδικής έρευνας Hellas Health V, διερευνήθηκαν επιπλέον και οι στάσεις και οι πρακτικές των ενηλίκων, για το εποχιακό εμβόλιο της γρίπης και του πνευμονιόκοκκου. Σε σχέση με το εποχιακό εμβόλιο της γρίπης, παρατηρούμε από τα ευρήματα ότι, το 30,7% των ατόμων δηλώνει ότι δεν γνωρίζει αν ανήκει σε κάποια από τις ομάδες υψηλού κινδύνου για τις οποίες συστήνεται ο αντιγριπικός εμβολιασμός, σε αντίθεση με το 58,1% που απάντησε ότι γνωρίζει (11,2% δε γνωρίζω/δεν απαντώ). Αντίστοιχα, 45,8% των ατόμων δήλωσαν ότι γνωρίζουν ότι ανήκουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την οποία συστήνεται ο εμβολιασμός έναντι του πνευμονιόκοκκου, ενώ ποσοστό 41,1% των ερωτηθέντων απάντησε ότι δε γνωρίζουν αν ανήκουν σε ομάδα υψηλού κινδύνου (13,1% δε γνωρίζω/δεν απαντώ). Φαίνεται από τα παραπάνω, ότι παρ’ όλο που τα ποσοστά των ατόμων που είναι ενημερωμένα για τις ομάδες υψηλού κινδύνου για τη γρίπη και τον πνευμονιόκοκκο είναι αρκετά χαμηλά στη χώρα μας, ωστόσο, πιθανά η αυξημένη δημοσιότητα και πληροφόρηση, λόγω της πανδημίας της γρίπης το 2009, έχει συμβάλλει ώστε τα άτομα να είναι περισσότερο ενημερωμένα για τις ομάδες υψηλού κινδύνου για τις οποίες συστήνεται ο αντιγριπικός εμβολιασμός, σε σχέση με τις αντίστοιχες ομάδες που αφορούν στο εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου.
Ως προς τις ομάδες κινδύνου, οι ερωτηθέντες απάντησαν σε ποσοστό 13% ότι είναι καπνιστές άνω των 50 ετών, 12,1% ότι είναι άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, ενώ ακολουθούν (ποσοστό 6,8%) τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, κυστική ίνωση ή άλλη χρόνια πνευμονοπάθεια, οι εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (5,8%) και τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με καρδιαγγειακή νόσο (4%).
Ως προς τις πρακτικές εμβολιασμού, μόνο το 15,8% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εμβολιάστηκε για τη γρίπη πέρυσι, ενώ το 84,1% δεν εμβολιάστηκε. Ομοίως, το 88,9% δεν εμβολιάστηκε για τη γρίπη φέτος, αντίθετα με το 11% που έκανε το εμβόλιο.
Οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους τα άτομα που είχαν εμβολιαστεί στο παρελθόν, δεν επανέλαβαν φέτος το αντιγριπικό εμβόλιο, είναι οι εξής: δεν το σκέφτηκαν/το ξέχασαν (33,2%), δε θεωρούν ότι χρειάζεται να το κάνουν κάθε χρόνο (26,4%), δεν του το συνέστησε ο θεράπων ιατρός (9,9%), καθώς και η πεποίθηση ότι είναι υγιείς και τα υγιή άτομα δε χρειάζεται να κάνουν εμβόλια (8,2%). Αντίστοιχα, οι βασικότεροι λόγοι για όσους δεν έχουν κάνει ποτέ το εμβόλιο της γρίπης, ήταν οι ακόλουθοι: δε θεωρούν ότι πρέπει να εμβολιαστούν (41,8%), η πεποίθηση ότι είναι υγιείς και τα υγιή άτομα δε χρειάζεται να εμβολιάζονται (19,1%), το γεγονός ότι αρρωσταίνουν σχεδόν ποτέ ή σπάνια (18,3%), δεν είναι καλά πληροφορημένοι/δε γνωρίζουν αν πρέπει να εμβολιαστούν (17,3%), φόβος για τις ανεπιθύμητες ενέργειες (15,6%), αλλά και το ότι δεν τους το σύστησε ο ιατρός (10,1%). Παρατηρούμε ότι υπάρχει μεγάλη ομοιότητα ως προς τα κυριότερα εμπόδια που αναφέρουν τα άτομα, ανεξάρτητα με το αν εμβολιάστηκαν στο παρελθόν ή αν δεν έχουν εμβολιαστεί ποτέ. Το εύρημα αυτό θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο, στο σχεδιασμό παρεμβάσεων και στοχευμένων ενημερωτικών εκστρατειών για την αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης έναντι της γρίπης και του πνευμονιοκόκκου, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη προστασία στην υγεία του πληθυσμού, βάσει και των ευρωπαϊκών και διεθνών οδηγιών.
Όσον αφορά στον εμβολιασμό για τον πνευμονιόκοκκο, μόλις το 12,1% δήλωσε ότι έχει εμβολιαστεί και μάλιστα εξ αυτών, το 74,1% κατά το διάστημα 2005-2012, το 13,9% μετά το 2000 και μόλις 8% στην παιδική ηλικία, ενώ 2,8% των ερωτηθέντων, δήλωσαν ότι εμβολιάστηκαν πριν το 2000. Από το 77,5% των ερωτηθέντων που δήλωσαν ότι δεν έχουν κάνει ποτέ το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου, αλλά ανήκουν σε ομάδα κινδύνου για την οποία συστήνεται ο εμβολιασμός, το 21,7% δήλωσε ότι δεν έκανε το εμβόλιο επειδή ο ιατρός του δεν συστήνει τον εμβολιασμό για πνευμονιόκοκκο, το 16,2% λόγω του ότι δεν αρρωσταίνει σχεδόν ποτέ ή θεωρεί απίθανο να αρρωστήσει με πνευμονία, 13,5% δήλωσαν ότι δεν είναι καλά πληροφορημένοι, ενώ ακολουθούν όσοι το ξέχασαν (11,4%), πιστεύουν ότι είναι υγιείς και επομένως δε χρειάζεται να κάνουν εμβόλιο (11%) ή φοβούνται τις ανεπιθύμητες ενέργειες (10,2%). Από τα αποτελέσματα προηγούμενης έρευνας (Hellas Health IV) που πραγματοποιήθηκε το 2011 από το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής, γνωρίζουμε ότι ο γενικός πληθυσμός στην Ελλάδα εμπιστεύεται τον θεράποντα ιατρό του σε ποσοστό άνω του 90%. Επομένως, η σύσταση του εμβολίου της γρίπης και του πνευμονιόκοκκου από τον θεράποντα ιατρό, θα μπορούσε πιθανά να συμβάλλει σημαντικά στην αύξηση της εμβολιαστικής κάλυψης.
Σε σχέση με τον παιδικό εμβολιασμό, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι το 8,6% των παιδιών, έχουν εμβολιαστεί μερικώς ή καθόλου σύμφωνα με το βασικό πρόγραμμα παιδικού εμβολιασμού. Οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους οι γονείς έχουν εμβολιάσει μερικώς ή καθόλου τα παιδιά τους είναι η πεποίθηση ότι ο εμβολιασμός ενέχει σοβαρό κίνδυνο για την υγεία των παιδιών (21,3%), ο φόβος για τις παρενέργειες (20,5%),ενώ το 14,9% των γονιών δηλώσει ως κυριότερο λόγο για τη μη επαρκή εμβολιαστική κάλυψη του παιδιού, το κόστος των εμβολίων και το γεγονός ότι, 7,6% των γονιών δεν είναι πια ασφαλισμένοι. Επιπρόσθετα, 35% των γονιών δήλωσε ότι αντιμετώπισε δυσκολίες στη συνταγογράφηση του παιδικού εμβολίου, ενώ 29,7% δυσκολεύτηκε να καλύψει το κόστος του. Τέλος, το 38,7% των γονιών δήλωσαν ότι επιβαρύνθηκαν μόνο τη συμμετοχή, ενώ το 23,7% πλήρωσε εξ ολοκλήρου για το εμβόλιο. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, με βάση το 62,4% των γονιών που πλήρωσαν συμμετοχή ή εξ ολοκλήρου για το εμβόλιο, η μεγαλύτερη δαπάνη φαίνεται να αφορά παιδιά ηλικίας 1-5 ετών, με το ύψος να φτάνει τα 102,36 ευρώ. Η δεύτερη υψηλότερη δαπάνη είναι για τα παιδιά ηλικίας 0-1 έτους, που φτάνει τα 101,43 ευρώ για το τελευταίο έτος, ενώ για τα παιδιά ηλικίας 5-11 ήταν 72,89 και τα παιδιά ηλικίας 12-16 71,29 ευρώ, αντίστοιχα. Για τον εμβολιασμό του παιδιού τους, οι γονείς απευθύνονται κυρίως σε ιδιώτη ιατρό συμβεβλημένο με το ασφαλιστικό τους ταμείο (47,4%), σε ιδιώτη παιδίατρο μη συμβεβλημένο με το ασφαλιστικό τους ταμείο (28,3%) και στο Κέντρο Υγείας της περιοχής (8%).
Επιπλέον, στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, διερευνήθηκαν οι στάσεις και οι πρακτικές των γονιών σε σχέση με το εμβόλιο για τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Ποσοστό 26,7% των συμμετεχόντων, δήλωσαν ότι έχουν κόρη ηλικίας 12-26 ετών. Από αυτούς, μόνο το 37,7% δήλωσε ότι η κόρη του έχει κάνει το εμβόλιο έναντι του ιού HPV για προστασία ενάντια στον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Οι κυριότεροι λόγοι οι οποίοι αναφέρθηκαν από το υπόλοιπο 60% των γονιών, που δεν έχει κάνει το εμβόλιο στο παιδί του, είναι: ο φόβος για τις παρενέργειες (32,6%), η πεποίθηση ότι θα πρέπει το παιδί να αποφασίσει μόνο του όταν θα μεγαλώσει αρκετά, αν επιθυμεί ή όχι να κάνει το συγκεκριμένο εμβόλιο (14,7%), το ότι το εμβόλιο δεν το συστήνει ο οικογενειακός ιατρός (ή ο παιδίατρος, ο γυναικολόγος, παθολόγος, κ.λπ.), η πεποίθηση ότι δε χρειάζεται να γίνει το εμβόλιο, διότι το παιδί είναι πολύ μικρό (5,8%), όπως και το ότι το εμβόλιο δε χρειάζεται να γίνει γιατί οι γονείς πιστεύουν ότι το παιδί τους δεν είναι σεξουαλικά ενεργό (4,1%). Αξίζει να σημειωθεί, ότι η πεποίθηση του γονιού για το κατά πόσο το παιδί του είναι σεξουαλικά ενεργό ή όχι (μια ακόμη πεποίθηση που σχετίζεται με το αν το παιδί είναι σεξουαλικά ενεργό, είναι π.χ., γονείς που έχουν κόρες ηλικίας 17 ετών, να θεωρούν ότι είναι «μικρές» ακόμη για το εμβόλιο, άρα μικρές και για σεξουαλική δραστηριότητα, παρ’ ότι γνωρίζουμε από διεθνή επιστημονικά δεδομένα, ότι η ηλικία έναρξης της σεξουαλικής δραστηριότητας είναι πολύ μικρότερη από την ηλικία των 17 ετών πλέον, στο γενικό πληθυσμό), αποτελεί ένα εμπόδιο που εμφανίζεται πολύ συχνά στην επιστημονική βιβλιογραφία και φαίνεται ότι διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην εμβολιαστική κάλυψη των κοριτσιών έναντι του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Από την άλλη, στη χώρα μας διαφαίνεται ότι υπάρχει σημαντική έλλειψη ενημέρωσης τόσο για το συγκεκριμένο εμβόλιο, όσο και για τα υπόλοιπα εμβόλια που αφορούν στην παιδική ηλικία, με αποτέλεσμα οι γονείς να λαμβάνουν καθοριστικές αποφάσεις για την υγεία των παιδιών τους και, κατ’ επέκταση και για τη δημόσια υγεία, χωρίς ωστόσο να στηρίζονται σε επιστημονικά τεκμηριωμένη πληροφόρηση, αλλά περισσότερο σε πηγές αμφίβολης αξιοπιστίας.
Το συμπέρασμα αυτό υποστηρίζεται και από το εύρημα που αφορά στο πως αξιολογούν οι γονείς τα οφέλη και τους κινδύνους από τον παιδικό εμβολιασμό, όπου μόνο το 65,4% θεωρεί ότι τα οφέλη υπερνικούν τους κινδύνους, ενώ το 24,7% αναφέρει ότι οι κίνδυνοι είναι ίδιοι με τα οφέλη και το 10% ότι οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι από τα οφέλη. Από την άλλη, ποσοστό 70,2% των γονιών θεωρεί ότι ο εμβολιασμός αποτελεί ένα αποτελεσματικό μέτρο για την εξάπλωση των μεταδιδόμενων νοσημάτων σε επίπεδο δημόσιας υγείας, παρ’ όλο που πάνω από το 50% των γονιών θεωρούν ότι ο κίνδυνος από τις ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων αλλά και από τον εμβολιασμό, είναι μέτριος έως υψηλός για το παιδί τους.
Τα παραπάνω ερμηνεύονται από την έλλειψη πληροφόρησης και ενημέρωσης, όπως περιγράφηκε νωρίτερα και αποτυπώνεται και στις απαντήσεις των γονιών που αφορούν στο πόσο καλά ενημερωμένοι είναι για την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, με το 29,3% να απαντά ότι είναι μέτρια ενημερωμένοι, το 30,8% αρκετά ενημερωμένοι και μόνο το 29,1% να είναι πάρα πολύ ενημερωμένοι. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζεται και στο πόσο καλά ενημερωμένοι είναι οι γονείς για τα οφέλη από τον εμβολιασμό (10% καθόλου-σχεδόν καθόλου, 31% μέτρια, 30,7% αρκετά, 27,4% πάρα πολύ ενημερωμένοι). Σε σχέση με την ενημέρωση για την αναγκαιότητα και τα οφέλη, υπάρχει ελαφρά αύξηση των γονιών που είναι σχεδόν καθόλου ή καθόλου ενημερωμένοι (16,7%) για τους κινδύνους που απορρέουν από τον εμβολιασμό, ενώ το ποσοστό εκείνων που είναι μέτρια (31,5%), αρκετά (27,7%) και πάρα πολύ ενημερωμένοι (24,2%), παραμένει πάνω κάτω στα ίδια επίπεδα με τα ευρήματα που αφορούν στην ενημέρωση για την αναγκαιότητα και τα οφέλη από τον παιδικό εμβολιασμό. Είναι εντυπωσιακό ωστόσο, ότι οι γονείς ενημερώνονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από τον παιδίατρο (70%), το internet (39,9%), τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (26,6%) και το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον (13,6%). Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει και στην Ευρώπη μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια για την αύξηση της ενημέρωσης (health literacy) του πληθυσμού ειδικά σε θέματα Δημόσιας Υγείας, με στόχο να αυξηθεί η εμβολιαστική κάλυψη και στα παιδιά και στους ενήλικες, ώστε να υπάρξει αποτελεσματικότερη προστασία σε επίπεδο Δημόσιας Υγείας, όλων των Ευρωπαίων πολιτών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, υπάρχει μεγάλο περιθώριο και αναγκαιότητα ανάπτυξης αντίστοιχων παρεμβάσεων και εκστρατειών και στη χώρα μας, με στόχο όχι απλά την ενημέρωση, αλλά και την ενδυνάμωση των ατόμων, ώστε να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες υγείας για να αυξήσουν τον έλεγχο πάνω στους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία τους και να τη βελτιώσουν.