Υπεγράφη η συμφωνία για την έναρξη της πρώτης ευρείας πολυκεντρικής επιδημιολογικής μελέτης για τον καρκίνο του προστάτη στην Ελλάδα από την Ελληνική Ουρολογική Εταιρεία και το δίκτυο διαγνωστικών ιατρείων Iatrica.
Η συμφωνία αυτή αποτελεί το επισφράγισμα μίας σημαντικής συνεργασίας στον ιατρικό κλάδο, η οποία ξεκίνησε τον προηγούμενο Σεπτέμβρη με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα του Καρκίνου του Προστάτη, παρέχοντας δωρεάν τη μέτρηση του Ειδικού Προστατικού Αντιγόνου (PSA) σε άνδρες ηλικίας 40 έως 70 ετών στα ιατρεία του δικτύου Iatrica σε συνδυασμό με την κλινική εξέταση από τους Ουρολόγους ιατρούς του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
Τα ιατρικά ιστορικά που συγκεντρώθηκαν με τη συγκατάθεση των 4.500 ανδρών που προσήλθαν στα ιατρεία του δικτύου, μαζί με τα αποτελέσματα μέτρησης των δεικτών του PSA, τα οποία εξήχθησαν με την ίδια διαπιστευμένη αναλυτική μέθοδο στο εργαστήριο αναφοράς Medisyn, θα αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή των πλέον ασφαλών συμπερασμάτων στη μεγαλύτερη επιδημιολογική μελέτη για τον Εθνικό Προσυμπτωματικό Έλεγχο και την αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη.
Τη συμφωνία έναρξης διεξαγωγής της μελέτης υπέγραψαν εκ μέρους της Ελληνικής Ουρολογικής Εταιρείας ο πρόεδρος κ. Φραγκίσκος Σοφράς και εκ μέρους του Iatrica ο πρόεδρος κ. Βιδάκης Γεώργιος και η Διευθύνουσα Σύμβουλος κα Φαβίου Έλσα.
Η Ελληνική Ουρολογική Εταιρεία και το iatrica ανανέωσαν για τον ερχόμενο Σεπτέμβρη το ραντεβού τους για τη διοργάνωση της Εβδομάδας Προσυμπτωματικού Ελέγχου του Προστάτη. Κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδος το δίκτυο διαγνωστικών ιατρείων iatrica θα παρέχει ξανά στους άνδρες εξεταζόμενους δωρεάν τον έλεγχο του Ειδικού Προστατικού Αντιγόνου (PSA).
Οι επικεφαλείς των ερευνητών της μελέτης RERSEAS Δρ. Ιωάννης Κυριαζής και Δρ. Ιωάννης Ιωαννίδης της Εταιρείας Μελέτης Παραγόντων Κινδύνου για Αγγειακά Νοσήματα (Ε.Μ.Πα.Κ.Α.Ν.), ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την Φάση Β της μελέτης PERSEAS, όπως αυτή υλοποιήθηκε στο διάστημα 5-12 Οκτωβρίου 2013.
Να θυμίσουμε ότι η μελέτη PERSEAS (Prospective Evaluation of vascular Risk Surrogates: the Elafonisos Area Study), αποτελεί μία 5ετή μη παρεμβατική προοπτική μελέτη παρατήρησης της διαχρονικής μεταβολής των παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου στο γενικό πληθυσμό της Ελαφονήσου Λακωνίας, σε συνάρτηση με τις συνήθειες ζωής των κατοίκων (κάπνισμα, άσκηση, διατροφή κ.α). Τα γεωγραφικά και δημογραφικά στοιχεία του νησιού αποτελούν χαρακτηριστικά που συμβάλλουν στην πρωτοτυπία της μελέτης PERSEAS και καθιστούν τα αποτελέσματα της ικανά να αναχθούν στο σύνολο του πληθυσμού της χώρας, με μικρή ποσοστιαία απόκλιση. Σχεδιάστηκε και υλοποιείται από την Ε.Μ.Πα.Κ.Α.Ν. με την υποστήριξη του Υπουργείου Υγείας, του Δήμου Ελαφονήσου και την αιγίδα του Ιατρικού Συλλόγου Λακωνίας, ενώ αποτελεί σημαντικό μέρος του προγράμματος Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης της φαρμακευτικής εταιρείας Abbott, της οποίας προτεραιότητα είναι πάντα η ενεργή συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που διασφαλίζουν την βελτίωση της ζωής των ανθρώπων.
H ερευνητική ομάδα της Ε.Μ.Πα.Κ.Α.Ν. βρέθηκε για 2η συνεχή χρονιά , στο Αγροτικό Ιατρείο Ελαφονήσου και πραγματοποίησε εξετάσεις σε 326 άτομα, άνω των 12 ετών, που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση. Η διαδικασία περιλάμβανε μετρήσεις δεικτών παχυσαρκίας, σακχάρου, αρτηριακής πίεσης, λιπιδαιμικού προφίλ, καρδιογράφημα, triplex καρδιάς, σπιρομέτρηση καθώς και άλλες κλινικοεργαστηριακές εξετάσεις. Κάθε συμμετέχοντας είχε την ευκαιρία να παραλάβει τα αποτελέσματα των εξετάσεων του για τον προσωπικό του ιατρικό φάκελο και φυσικά να ενημερωθεί για την κατάσταση της υγείας του.
Ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων στην διαδικασία των εξετάσεων, στη Φάση Β ήταν τα 48,5 έτη σε αντίθεση με τα 52 έτη της Φάσης Α, δεδομένου ότι ενεργοποιήθηκαν αρκετοί νεότεροι κάτοικοι του νησιού. Το επίπεδο μόρφωσης κυμαίνεται στο 35,2% να είναι απόφοιτοι λυκείου και ανώτατης εκπαίδευσης, με μικρή διαφορά από το 32,8% που καταγράφηκε στην Φάση Α.
Όσον αφορά τις συνήθειες του πληθυσμού , το 52,8% έχει καθημερινά κάποια φυσική δραστηριότητα, σε αντίθεση με το 30% που ίσχυε το πρώτο έτος. Οι κάτοικοι της Ελαφονήσου, φαίνεται να στηρίχτηκαν στις συμβουλές της ερευνητικής ομάδας της Ε.Μ.Πα.Κ.Α.Ν. για υιοθέτηση καθημερινής φυσικής δραστηριότητας, κυρίως με το περπάτημα, για έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Ο μεσημεριανός ύπνος εξακολουθεί να αποτελεί καθημερινότητα για το 52,9% του πληθυσμού, ενώ το 35,8% είναι καπνιστές, κάτι που δεν φαίνεται να άλλαξε σε ποσοστό από την Φάση Α, παρά την ενημέρωση του πληθυσμού.
Εξετάζοντας τις διατροφικές συνήθειες του δείγματος, το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού (84,2%) καταναλώνει καθημερινά ελαιόλαδο, ένα προϊόν που παράγεται και από τους ίδιους τους κατοίκους. Στην Φάση Β της μελέτης καταγράφηκε επίσης σημαντική μείωση της κατανάλωσης κρέατος, με 37,1% να καταναλώνει 1-2 φορές την εβδομάδα κόκκινο κρέας και 36,2% λευκό κρέας, σε αντίθεση με το 50% και 60% που ίσχυε αντίστοιχα, στην Φάση Α, ενώ το 22,7% καταναλώνει ψάρι 5-6 φορές την εβδομάδα, δεδομένου ότι το ψάρεμα αποτελεί μία από τις κύριες δραστηριότητες των κατοίκων. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα δεν αποτελούν κύρια διατροφική συνήθεια του δείγματος, καθώς το 24,9% τα καταναλώνει σπάνια ή και ποτέ. Το 52,4% δήλωσε ότι καταναλώνει όσπρια 1-2 φορές την εβδομάδα, όταν στην Φάση Α το αντίστοιχο ποσοστό είχε ανέλθει στο 70%. Τέλος, θετική έκβαση στις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της Ελαφονήσου είχε και η καθημερινή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, με 41,7% και 49,8% αντίστοιχα, σε αντίθεση με την Φάση Α, στην οποία τα ποσοστά είχαν κυμανθεί σε 29,7% για τα φρούτα και 26,5% για τα λαχανικά.
Στην καταγραφή των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, 11,5% πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη (12,8% στην Φάση Α), 1,7% εμφανίζουν προδιαβητικά επίπεδα σακχάρου νηστείας (8,9% στην Φάση Α), 42% έχουν αρτηριακή υπέρταση (50% στην Φάση Α) και 40% εμφανίζουν υψηλή χοληστερόλη (45% στην Φάση Α). Επιπλέον, το 6.3% του δείγματος της Φάσης Β έχει ιστορικό κολπικής μαρμαρυγής, το 5,3% έχει ιστορικό στεφανιαίας νόσου, το 2,3% έχει ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ το 16,3% έχει ιστορικό περιφερικής αρτηριοπάθειας, ποσοστά που ακόμα δεν παρουσιάζουν στατιστική διαφορά από αυτά της Φάσης Α.
Φάση Γ
Η Φάση Γ έχει ήδη προγραμματιστεί για τις 20-27 Σεπτεμβρίου 2014 κατά την οποία οι ερευνητές θα επισκεφτούν και πάλι το νησί της Ελαφονήσου για τις καθιερωμένες εξετάσεις.
Μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που έχουν διεξαχθεί ποτέ για τη ΧΑΠ επιβεβαιώνει το συγκρίσιμο προφίλ ασφαλείας και αποτελεσματικότητας του τιοτρόπιου RespimatÒ 2.5 µg (δύο εισπνοές μία φορά ημερησίως) και του τιοτρόπιου HandiHalerÒ 18 µg.
Η μελέτη TIOSPIR™ (Tiotropium Safety and Performance in Respimat- Ασφάλεια και Αποτελεσματικότητα του Τιοτροπίου με το Respimat), στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 17.000 ασθενείς με ΧΑΠ, είναι από τις μεγαλύτερες διεθνείς μελέτες που έχουν διεξαχθεί ποτέ για τη ΧΑΠ. Επιβεβαίωσε το συγκρίσιμο προφίλ ασφαλείας και αποτελεσματικότητας των δύο διαθέσιμων μορφών τιοτροπίου–το τιοτρόπιο RespimatÒ 2.5 μg (δύο εισπνοές μία φορά ημερησίως) και το τιοτρόπιο HandiHaler® 18 μg. Η μελέτη περιλάμβανε δύο συσκευές χορήγησης του τιοτροπίου, την εισπνευστική συσκευή RespimatÒ Soft Mist™ και την εισπνευστική συσκευή ξηράς κόνεως HandiHalerÒ.
Τα πολυαναμενόμενα αποτελέσματα της μελέτης, η οποία διήρκεσε τρία χρόνια, δημοσιεύτηκαν στο New England Journal of Medicine (στις 8 Σεπτεμβρίου 2013). Η TIOSPIR™ σχεδιάστηκε προκειμένου να συγκρίνει το προφίλ ασφαλείας και αποτελεσματικότητας του τιοτρόπιου RespimatÒ 2.5 μg (δύο εισπνοές μία φορά ημερησίως) και μιας υπό δοκιμή δόσης RespimatÒ 1.25 μg (δύο εισπνοές μία φορά ημερησίως) σε σχέση με το τιοτρόπιο HandiHalerÒ 18 µg. Η TIOSPIR™ σχεδιάστηκε ειδικά ώστε να έχει το κατάλληλο μέγεθος και διάρκεια που να επιτρέπουν την ανάλυση της θνησιμότητας από οποιοδήποτε αίτιο και το χρόνο μέχρι την εμφάνιση της πρώτης παρόξυνσης της ΧΑΠ σε ένα μεγάλο πληθυσμό ασθενών με ΧΑΠ, με ένα μεγάλο εύρος κριτηρίων εισόδου στη μελέτη που αντικατοπτρίζει τον πληθυσμό της ΧΑΠ που συναντάται στην καθημερινή κλινική πρακτική.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, ο ερευνητής Καθηγητής Antonio Anzueto, Καθηγητής Ιατρικής στον τομέα της Πνευμονολογίας/ Εντατικής Θεραπείας, στο Κέντρο Επιστήμης της Υγείας του Πανεπιστημίου τού Τέξας, στις Η.Π.Α., είπε: «Η “TIOSPIR™ είναι μία κλινική δοκιμή – ορόσημο, η οποία παρέχει ένα τεράστιο σύνολο δεδομένων που επιβεβαιώνουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του τιοτροπίου, το οποίο χορηγείται είτε μέσω του HandiHalerÒ είτε μέσω του RespimatÒ. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι αυτή η μεγάλη κλινική δοκιμή επιβεβαιώνει την ασφάλεια του τιοτροπίου σε έναν ευρύ πληθυσμό ασθενών με ΧΑΠ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με ιστορικό καρδιακής νόσου. Το κύριο μήνυμα από τη μεγάλης κλίμακας δοκιμή TIOSPIR™ είναι ότι οι γιατροί μπορούν να συνταγογραφούν με σιγουριά αυτήν την τεκμηριωμένη θεραπεία συντήρησης σε ασθενείς με ΧΑΠ, σε όλα τα στάδια σοβαρότητας της νόσου.”
Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας βάσει του χρόνου ως την εμφάνιση της πρώτης παρόξυνσης της ΧΑΠ
Η μελέτη TIOSPIRTM έδειξε συγκρίσιμα αποτελέσματα σε ό,τι αφορά το χρόνο ως την πρώτη παρόξυνση της ΧΑΠ για όλες τις διαθέσιμες μορφές του τιοτροπίου. Ειδικότερα, ο μέσος χρόνος ως την εμφάνιση παρόξυνσης της ΧΑΠ υπερέβαινε τα 2 χρόνια και με τις δύο μορφές. Με το τιοτρόπιο RespimatÒ 2.5 µg (δύο εισπνοές μία φορά ημερησίως) ήταν 756 ημέρες έναντι 719 ημερών με το τιοτρόπιο HandiHalerÒ 18 µg.
Οι παροξύνσεις της ΧΑΠ έχουν σημαντική επίπτωση στη ζωή των ασθενών και η μείωση της συχνότητας και της σοβαρότητάς τους αποτελούν βασικούς στόχους της αγωγής της ΧΑΠ. Τα αποτελέσματα της TIOSPIR™ δείχνουν ότι το RespimatÒ και το HandiHalerÒ είχαν συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα σ’ ό,τι αφορά το χρόνο ως την πρώτη παρόξυνση της ΧΑΠ, τη συχνότητα των παροξύνσεων, καθώς και τη συχνότητα των παροξύνσεων της ΧΑΠ που οδηγούν σε νοσηλεία. Η TIOSPIR™ οικοδομεί πάνω στο προφίλ ασφαλείας του τιοτροπίου το οποίο έχουν τεκμηριώσει αρκετές δοκιμές, συμπεριλαμβανομένης της δοκιμής UPLIFTÒ, η οποία διήρκεσε τέσσερα χρόνια, καθώς και της μεγάλης μελέτης POET-COPDÒ, η οποία διεξήχθη ειδικά για τη αξιολόγηση των παροξύνσεων της ΧΑΠ.
Η ασφάλεια όπως αξιολογήθηκε με τη συχνότητα επιβίωσης
Η μελέτη TIOSPIR™, διάρκειας τριών ετών, έδειξε επίσης ισοδυναμία στην επιβίωση – όπως αξιολογήθηκε η θνησιμότητα από οποιοδήποτε αίτιο σε ό,τι αφορά το τιοτρόπιο RespimatÒ 2.5 µg (δύο εισπνοές μία φορά ημερησίως) έναντι του HandiHalerÒ των 18 mg. Το γεγονός αυτό έρχεται να προστεθεί στα ευρήματα της μελέτης UPLIFTÒ**, στο πλαίσιο της οποίας το τιοτρόπιο HandiHalerÒ (18 µg) μείωσε τον κίνδυνο της θνησιμότητας κατά τη θεραπεία (on-treatment mortality) σε ασθενείς με ΧΑΠ κατά 16% σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (με εικονικό φάρμακο) (P=0.016) και υποδεικνύει ισοδύναμη θεραπευτική δράση των δύο διαθέσιμων μορφών του τιοτροπίου.
Επίσης, σημαντικά είναι τα αποτελέσματα της TIOSPIR™ σύμφωνα με τα οποία:
Σοβαρές οι συνέπειες των υπογλυκαιμιών στο διαβήτη
Η υπογλυκαιμία είναι μια ανεπιθύμητη ενέργεια της αντιδιαβητικής αγωγής με πολύπλευρες συνέπειες: ιατρικές σε σχέση με την έκβαση και την επιτυχία μιας θεραπείας, ψυχολογικές αφού αποτελεί πηγή φόβου και ανασφάλειας, οικονομικές αφού συνοδεύεται από ένα σημαντικό και πολλές φορές κρυφό (άυλο) κόστος και κοινωνικές αφού επηρεάζει την συμμετοχή των ατόμων με διαβήτη στα κοινωνικά δρώμενα.
Συνειδητοποιώντας το φορτίο και την επίπτωση της υπογλυκαιμίας οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική η ανάπτυξη νέων καινοτόμων θεραπευτικών λύσεων που έρχονται να καλύψουν αυτήν την ανάγκη δηλαδή τη μείωση ή εξάλειψη της υπογλυκαιμίας.
Η υπογλυκαιμία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου θανάτου, ενώ το 6% των θανάτων εξαιτίας του διαβήτη συνδέονται με υπογλυκαιμικά επεισόδια.
Είτε πρόκειται για διαβήτη τύπου 1 είτε για τύπου 2 η διάρκεια της θεραπείας αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρής υπογλυκαιμίας. Είναι μύθος ότι είναι πρόβλημα περισσότερο των διαβητικών τύπου 1 και λιγότερο των διαβητικών τύπου 2.
Η συχνή εμφάνιση υπογλυκαιμίας οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων επεισοδίων που σταδιακά ελαττώνουν την επίγνωση των προειδοποιητικών συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας. Αυτό έχει σαν συνέπεια τη μειωμένη αντίληψη της υπογλυκαιμίας αφού δεν γίνονται αρκετά αισθητά τα προειδοποιητικά συμπτώματα. Στην περίπτωση αυτή αυξάνεται ο κίνδυνος το άτομο με διαβήτη να αντιμετωπίσει μια απότομη σοβαρή υπογλυκαιμία που μπορεί να εξελιχθεί σε υπογλυκαιμικό κώμα.
Περίπου το 50% των επεισοδίων σοβαρής υπογλυκαιμίας εμφανίζονται τη νύχτα και μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες, όπως «το σύνδρομο του επικείμενου θανάτου στο κρεβάτι».
Από ψυχολογικής πλευράς, η υπογλυκαιμία προκαλεί αυξημένο άγχος, κακή ποιότητα ζωής και επιδεινώνει τη γενική υγεία του ατόμου. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος μπορεί να είναι τρομακτικός όχι μόνο στα ίδια τα άτομα με διαβήτη αλλά και στην οικογένειά τους, στους φίλους τους και στους συνεργάτες τους.
Ο φόβος της υπογλυκαιμίας προκαλεί ενστικτωδώς τροποποίηση της θεραπείας από πλευράς των ατόμων με διαβήτη σε μια προσπάθεια να την αποφύγουν ή μετριάσουν, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της ρύθμισης και συνεπώς την αύξηση του κινδύνου εμφάνισης επιπλοκών. Σύμφωνα με μελέτες, τα άτομα με διαβήτη που έχουν βιώσει υπογλυκαιμία έχουν μειωμένη ικανοποίηση από τη θεραπεία τους και έχουν μειωμένη συμμόρφωση σε αυτήν. Αν καταφέρουμε να μειώσουμε το φόβο της υπογλυκαιμίας μπορούμε να βελτιώσουμε τη συμμόρφωση στη θεραπεία.
Οικονομικές επιπτώσεις της υπογλυκαιμίας
Από οικονομικής πλευράς, η υπογλυκαιμία συνοδεύεται από ένα σημαντικό κόστος, άμεσο αλλά και έμμεσο. Πάνω από 16% των ατόμων με διαβήτη βιώνουν τόσο έντονα επεισόδια υπογλυκαιμίας που χρειάζονται ιατρική περίθαλψη. Σύμφωνα με στοιχεία από χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης το μέσο άμεσο κόστος μιας σοβαρής υπογλυκαιμίας ξεπερνάει τα 500€.
Ακόμη όμως και τα ήπια υπογλυκαιμικά επεισόδια έχουν ένα σημαντικό άμεσο και έμμεσο κόστος. Στο άμεσο κόστος περιλαμβάνονται ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 25% που αναφέρονται στους επαγγελματίες υγείας και απαιτούν ιατρικό χειρισμό. Επίσης, κατά μέσο όρο, γίνονται 5,6 φορές περισσότερες μετρήσεις γλυκόζης μετά από ένα ήπιο υπογλυκαιμικό επεισόδια.
Στο έμμεσο κόστος των ήπιων υπογλυκαιμικών επεισοδίων συμπεριλαμβάνονται ο αυξημένος αριθμός ημερών εκτός εργασίας και η μειωμένη παραγωγικότητα. Έχει υπολογιστεί ότι μετά από ένα ήπιο έως μέτριο υπογλυκαιμικό επεισόδιο το 11% των ατόμων με διαβήτη παραμένει στο σπίτι την άλλη μέρα, ενώ το 17% των ατόμων φεύγουν από την εργασία πιο νωρίς. Παράλληλα χάνονται 9,9 ώρες εργασίας για κάθε επεισόδιο ήπιας υπογλυκαιμίας που προκύπτει κατά τις ώρες εργασίας.
Το γεγονός της αυξημένης απουσίας από την εργασία αλλά και η μειωμένη παραγωγικότητα στην εργασία παριστάνουν και την κοινωνική διάσταση του προβλήματος της υπογλυκαιμίας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολλές φορές οι άνθρωποι που βρίσκονται στον κοινωνικό περίγυρο του ατόμου με διαβήτη αντιμετωπίζουν δυσκολίες να χειριστούν την κατάσταση. Ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα όπως το σχολικό ένα επεισόδιο υπογλυκαιμίας μπορεί να θέσει σε αμφισβήτηση την κοινωνική αποδοχή του ατόμου.
Το μέσο κόστος ενός επεισοδίου σοβαρής υπογλυκαιμίας υπολογίστηκε στα €366, με τα €239 να αντιστοιχούν στο άμεσο κόστος και τα €127 στο έμμεσο κόστος (στοιχεία Ισπανίας).
Μελέτη GAPP2
Τον Δεκέμβριο του 2012 δημοσιεύθηκε η μελέτη GAPP2 (Global Attitudes of Patients and Physicians) στην οποία συμμετείχαν συνολικά περισσότεροι από 5.000 επαγγελματίες υγείας και άτομα με διαβήτη με διαβήτη τύπου 2 σε 6 χώρες.
Η μελέτη αυτή έδειξε ότι 4 στα 5 άτομα με διαβήτη (80%) έχουν βιώσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο υπογλυκαιμίας που αντιμετώπισαν μόνοι τους, ενώ το 36% είχε ένα επεισόδιο εντός του τελευταίου μήνα. Τα επεισόδια αυτά επηρέασαν και τον τρόπο που τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 χειρίστηκαν τη θεραπεία τους. Το 40% ανέφεραν αυξημένο αριθμό μετρήσεων σακχάρου μετά το τελευταίο τους επεισόδιο ενώ περισσότεροι από 1 στους 10 τροποποίησαν τη δόση της μακράς δράσης ινσουλίνης τους. Σύμφωνα με την ίδια μελέτη το 16% των ατόμων με διαβήτη δήλωσαν ότι εκ προθέσεως δεν πήραν την ινσουλίνη τους όπως τους είχε συσταθεί και το 14% δήλωσε ότι κράτησε τα επίπεδα σακχάρου υψηλότερα από τους στόχους που τους είχαν τεθεί για να αποφύγουν την υπογλυκαιμία τη νύκτα.
Οι επαγγελματίες υγείας δήλωσαν ότι οι θεραπευτικές αποφάσεις τους επηρεάστηκαν από τον κίνδυνο ήπιας υπογλυκαιμίας. Στην απόφαση για το ποια ινσουλίνη θα προτιμήσουν το 82% έλαβε υπόψη του τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας και περισσότεροι από τους μισούς (57%) ξεκίνησαν την ινσουλίνη σε χαμηλότερη δόση από την προτεινόμενη.
Το νηπιακό γάλα συμβάλλει φυσικά σε ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα
Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που θεωρείται Νο 1 στην κατανάλωση αντιβιοτικών με πρωταγωνιστές όσο κι αν μας φαίνεται απίθανο τα νήπια, η νέα μελέτη για την ενίσχυση της άμυνας των νηπίων έρχεται να φέρει μια θετική νότα.
Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε νήπια και παρουσιάστηκε πρόσφατα από επιστημονική ομάδα στο πλαίσιο Συνέντευξης Τύπου, με πρωτοβουλία της εταιρείας βρεφικής και νηπιακής διατροφής Nutricia έδειξε ότι τα νήπια που τρέφονται με γάλα που έχει μίγμα πρεβιοτικών και βιταμινών έχουν ισχυρότερο ανοσοποιητικό σύστημα.
Συγκεκριμένα σε μία διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη, διάρκειας 1 έτους, που πραγματοποιήθηκε σε 5 χώρες με τη συμμετοχή 731 υγιών νηπίων ηλικίας 11-29 μηνών. Ως βασικό πόρισμα καταγράφηκαν οι μειωμένες πιθανότητες εμφάνισης έστω και μίας λοίμωξης για τα νήπια που καταναλώνουν νηπιακό γάλα σε σκόνη με συγκεκριμένο μίγμα πρεβιοτικών scGOS/lcFOS 9:1 και βιταμινών.
Παρουσιάζοντας τα παραπάνω αποτελέσματα της μελέτης, η κα Παρασκευή Καρανίκα (Παιδογαστρεντερόλογος) επεσήμανε ότι: «Tο ανοσοποιητικό σύστημα αναπτύσσεται σε μεγάλο βαθμό και μετά τον 1ο χρόνο της ζωής. Η ανάπτυξή του είναι πολυπαραγοντική, με τη διατροφή να παίζει σημαντικό ρόλο γιατί είναι ένας από τους παράγοντες που μπορούμε να επηρεάσουμε. Τα νήπια δεν είναι μικροί ενήλικες. Έχουν ανάγκη από μια διατροφή προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους και σωστές καθημερινές συνήθειες, που θα αποτελέσουν θεμέλιο για την υγεία τους στο μέλλον».
Παράλληλα, ο κ. Θεοχάρης Λώλης (Παιδίατρος-Νεογνολόγος) τόνισε το γεγονός της υπερκατανάλωσης των αντιβιοτικών στην Ελλάδα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι: «Η πρωτιά αυτή της Ελλάδας ως η No 1 χώρα σε κατανάλωση αντιβιοτικών στην Ευρώπη είναι άκρως δυσάρεστη, ιδιαίτερα από τη στιγμή που η πλειοψηφία αυτών καταναλώνεται από παιδιά 1-4 ετών για την αντιμετώπιση κυρίως λοιμώξεων του αναπνευστικού».
Η Nutricia, αναγνωρίζοντας ότι το ανοσοποιητικό σύστημα των νηπίων μας δοκιμάζεται, λόγω αλόγιστης χορήγησης αντιβιοτικών αλλά και αυξημένου κινδύνου εμφάνισης λοιμώξεων στους βρεφονηπιακούς σταθμούς, υλοποιεί πρόγραμμα ενημέρωσης σε συνεργασία με την ιατρική κοινότητα για να συμβάλλει στην ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος των νηπίων. Στο πλαίσια αυτής της πρωτοβουλίας προχώρησαν στην έκδοση ενός δεκαλόγου για ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα.
Μία από τις βασικές οδηγίες του δεκαλόγου εστιάζει στο γάλα, συστήνοντας την κατανάλωση 500ml ανά ημέρα νηπιακού γάλακτος με πρεβιοτικό μίγμα scGOS/lcFOS (9:1), εγκεκριμένο από την Ε.Ε.
Το Almiron Growing Up της Nutricia είναι το μοναδικό νηπιακό γάλα με το κατοχυρωμένο πρεβιοτικό μίγμα scGOS/lcFOS σε αναλογία 9:1, εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ περιέχει βιταμίνες A,C&D και συμβάλλει φυσικά σε ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Maarten Deurloo - Γενικός Διευθυντής της NUTRICIA: «Δέσμευσή μας είναι να σταθούμε δίπλα στις μητέρες και σε συνεργασία με τους επαγγελματίες υγείας να τους παρέχουμε προϊόντα και υπηρεσίες για τη διασφάλιση της ισορροπημένης διατροφής των νηπίων. Γιατί η διατροφή των νηπίων σήμερα είναι καθοριστική για την υγεία τους στο μέλλον».
Αποτελεσματικότερη η συνδυαστική θεραπεία για τη σκλήρυνση κατά πλάκας
Η μελέτη CombiRx η οποία σχεδιάστηκε ώστε να προσδιορίσει αν η χορήγηση του Avonex® (interferon beta-1a) 30ug IM μια φορά την εβδομάδα, σε συνδυασμό με καθημερινή χορήγηση του COPAXONE® (glatiramer acetate) 20mg έδειξε ότι ο συνδυασμός είναι πιο αποτελεσματικός από τη χρήση του κάθε φαρμάκου ξεχωριστά για τη θεραπεία της RRMS για τους ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας.
Η μελέτη Φάσης ΙΙΙ διήρκεσε 3 χρόνια και έγινε σε περισσότερους από 1000 ασθενείς με υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα σκλήρυνση κατά πλάκας (RRMS) σε 68 ερευνητικά κέντρα των ΗΠΑ και του Καναδά. Τα αποτελέσματα αυτής δημοσιεύθηκαν στο τελευταίο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού «Annals of Neurology», όπου φαίνεται ότι τα δυνητικά οφέλη από το συνδυασμό των δύο θεραπειών αποτελούν εδώ και χρόνια σημείο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τη συγκεκριμένη πάθηση και αυτή η μελέτη αποτελεί την πρώτη προσπάθεια διερεύνησης του δυνητικού οφέλους της χρήσης συνδυασμένης θεραπείας με τα δύο συχνότερα συνταγογραφούμενα φάρμακα για ασθενείς με RRMS.
Τα αποτελέσματα της μελέτης δεν δείχνουν να υπάρχουν επιπλέον οφέλη από το συνδυασμό των θεραπειών σε σύγκριση με τη χορήγηση του COPAXONE® ως μονοθεραπεία στη μείωση του κινδύνου υποτροπής, το οποίο αποτελεί και το πρωταρχικό καταληκτικό σημείο. Άλλα σημαντικά στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη μελέτη είναι:
• Το COPAXONE® είναι αποτελεσματικότερο του Avonex στη μείωση του κινδύνου υποτροπής σε ασθενείς με RRMS, μειώνοντας τον κίνδυνο υποτροπής κατά 31% (p = 0,027).
• Ο συνδυασμός Avonex + COPAXONE® ήταν αποτελεσματικότερος από το Avonex μειώνοντας τον κίνδυνο υποτροπής κατά 25% (p =0,022).
• Το COPAXONE® υπερτερούσε επίσης του Avonex στη μείωση της ετήσιας συχνότητας υποτροπών (Annualized Relapse Rate).
• Καμία στατιστικά σημαντική διαφορά δεν παρατηρήθηκε μεταξύ Copaxone και Avonex στις παραμέτρους που αφορούν την MRI.
Η μελέτη αυτή προστίθεται στο ήδη υπάρχον αρχείο μεγάλων, τεκμηριωμένων, ελεγχόμενων και άμεσα συγκριτικών μελετών στις οποίες αποδεικνύεται η υψηλή αποτελεσματικότητα του COPAXONE® στη θεραπεία ασθενών με RRMS. Στην Ευρώπη το COPAXONE® έχει μελετηθεί σε άμεσα συγκριτικές κλινικές μελέτες με κάθε θεραπεία πρώτης γραμμής.
Η συνολική μελέτη και τα σχετικά αποτελέσματα της καθώς και η μεθοδολογία της είναι διαθέσιμα στο παρακάτω link: http://doi.wiley.com/10.1002/ana.23863
Σημαντικές ελληνικές μελέτες στο Διεθνές Συνέδριο Καρδιαγγειακής Ιατρικής
Μόνο υπερηφάνεια μπορούμε να νιώθουμε για όλους τους Έλληνες επιστήμονες που παρά τις αντιξοότητες που περνά η χώρα και χωρίς οικονομική υποστήριξη από αυτήν, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους προωθώντας την έρευνα, ψάχνοντας τις πιο αποτελεσματικές θεραπείες για να προσφέρουν στους ασθενείς τους.
Μετά το Πανελλήνιο Διαβητολογικό Συνέδριο που διεξάγεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα και στο οποίο θα παρουσιαστούν πληθώρα μελετών από Έλληνες γιατρούς, τώρα έρχεται και το Διεθνές Συνέδριο Καρδιαγγειακής Ιατρικής «CARDIO ATHENA 2013», το οποίο θα γίνει στο ξενοδοχείο DIVANI Caravel στις 29 και 30 Μαρτίου, και στο οποίο θα παρουσιαστούν πολλές εξαιρετικές μελέτες Ελλήνων ιατρών σχετικά με τα καρδιαγγειακά νοσήματα.
Το συνέδριο διοργανώνεται από την Α΄ Καρδιολογική Κλινική και το Ομώνυμο Εργαστήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιπποκράτειο Γ.Ν.Α., υπό την αιγίδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας, και η Οργανωτική Επιτροπή η οποία αποτελείται από τους: Χριστόδουλο Στεφανάδη, Καθηγητή Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντή Α’ Καρδιολογικής Κλινικής και Ομώνυμου Εργαστήριου, «Ιπποκράτειο» Γ.Ν.Α., Χρήστο Πίσταβο, Καθηγητή Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Α’ Καρδιολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο, «Ιπποκράτειο» Γ.Ν.Α., Χαράλαμπο Βλαχόπουλο, Επίκουρο Καθηγητή Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Α’ Καρδιολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο, «Ιπποκράτειο» Γ.Ν.Α., Κωνσταντίνο Τούτουζα, Επίκουρο Καθηγητή Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Α’ Καρδιολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο, «Ιπποκράτειο» Γ.Ν.Α. και Χριστίνα Χρυσοχόου, Επιμελήτρια Καρδιολογίας, Α’ Καρδιολογική Κλινική και Ομώνυμο Εργαστήριο, «Ιπποκράτειο» Γ.Ν.Α., παρέθεσαν συνέντευξη Τύπου κατά την οποία ανέλυσαν μερικά από τα σοβαρά θέματα που θα αναπτυχθούν σ’ αυτό.
230 επεμβάσεις με μηδενικά ποσοστά περιεπεμβατικής θνητότητας
Η διαδερμική (μη χειρουργική) αντικατάσταση των βαλβίδων αποτελεί μία από τις νεότερες εξελίξεις της επεμβατικής καρδιολογίας. Στην Α΄ Καρδιολογική κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιείται η πρωτοποριακή αυτή επέμβαση με απόλυτη επιτυχία. Ήδη έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες από 230 επεμβάσεις με μηδενικά ποσοστά περιεπεμβατικής θνητότητας. Πρόσφατα, ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης PARTNER σύμφωνα με τα οποία η διαδερμική αντικατάσταση της αορτικής βαλβίδας έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση των θανάτων κατά 46% συγκριτικά με την συντηρητική αντιμετώπιση, ή την βαλβιδοπλαστική. Ταυτόχρονα οι ασθενείς αυτοί έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής και μπορούν ζήσουν την καθημερινότητά τους με πολύ λιγότερα συμπτώματα. Τα αποτελέσματα είναι μέχρι σήμερα ενθαρρυντικά, και αν επιβεβαιωθούν, τότε πολλοί ασθενείς με σοβαρού βαθμού στένωση αορτικής βαλβίδας που δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση θα θεραπευθούν, ενώ οι πιο αισιόδοξοι προβλέπουν και την πλήρη αντικατάσταση της χειρουργικής επέμβασης από τη διαδερμική αντικατάσταση των αορτικών βαλβίδων.
Η κατάλυση της συμπαθητικής νεύρωσης του νεφρού
Η ανθεκτική υπέρταση η οποία ορίζεται σήμερα ως αρτηριακή πίεση η οποία παραμένει αρρύθμιστη παρά τη λήψη 3 ή περισσοτέρων αντιυπερτασικών φαρμάκων στις μέγιστες ανεκτές δοσολογίες εκ των οποίων το ένα είναι διουρητικό αφορά περίπου το 5-10% του συνόλου των υπερτασικών ασθενών. Σήμερα γνωρίζουμε ότι κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη της ανθεκτικής υπέρτασης παίζει η υπερδραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Με σκοπό λοιπόν το σημαντικό περιορισμό της διέγερσης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος στην ανθεκτική υπέρταση αναπτύχθηκε μια νέα μέθοδος, η κατάλυση της συμπαθητικής νεύρωσης του νεφρού (renal sympathetic denervation-RSD) με την διαδερμική εισαγωγή με τοπική αναισθησία ειδικού καθετήρα στις νεφρικές αρτηρίες και χρήση υψίσυχνου ρεύματος. Η διαδικασία είναι σχετικά απλή, ασφαλής και απαιτείται νοσηλεία μίας ημέρας. Οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε απονεύρωση της νεφρικής αρτηρίας παρουσίασαν σημαντική μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης κατά μέσο όρο έως και 32 mmHg σε διάστημα παρακολούθησης 6 μηνών. Πρόσφατα πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στον Ελληνικό χώρο, κατάλυση της συμπαθητικής νεύρωσης του νεφρού σε επιλεγμένους ασθενείς της Μονάδας Υπέρτασης της Α΄ Καρδιολογικής Κλινικής με ανθεκτική υπέρταση (επίπεδα αρτηριακής πίεσης ιατρείου > 180/100 mmHg, παρά τη λήψη άνω των 5 αντιυπερτασικών σκευασμάτων). Η θεραπευτική αυτή μέθοδος αντιμετώπισης της σοβαρής αρτηριακής υπέρτασης δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες και ανοίγει νέους θεραπευτικούς δρόμους όχι μόνο για τη μείωση της υψηλής αρτηριακής πίεσης αλλά και για την αντιμετώπιση συνοδών καταστάσεων που αυξάνουν τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Ταυτόχρονα πειραματικά δεδομένα σε χοίρους με αρτηριακή υπέρταση που πραγματοποιήθηκαν επίσης, από την Α΄ Καρδιολογική Κλινική, ανέδειξαν την ευεγερτική δράση που μπορεί να έχει η τοπική έκχυση μιας νευροτοξικής ουσίας, της βινκριστίνης, με χρήση ειδικού καθετήρα στις νεφρικές αρτηρίες των χοίρων με υπέρταση.
Η χαμηλή τεστοστερόνη επικίνδυνη για καρδιαγγειακά συμβάματα
Οι παραδοσιακές αντιλήψεις υποστήριζαν ότι η τεστοστερόνη είναι ο κύριος παράγοντας για την πρωιμότερη (κατά 10 έτη) εκδήλωση καρδιακών νοσημάτων στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Ωστόσο δεδομένα που συσσωρεύτηκαν έκτοτε, έχουν ανατρέψει αυτή την θεώρηση. Πιο συγκεκριμμένα, σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε υγιή άτομα, άνδρες με στυτική δυσλειτουργία, ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο και προσφάτως σε μελέτη της Α Καρδιολογικής Κλινικής σε υπερτασικούς ασθενείς, η χαμηλή (και όχι η υψηλή) τεστοστερόνη σχεδόν διπλασιάζει τον κίνδυνο εμφάνισης θανατηφόρων και μη καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Αντιστρόφως, ο κίνδυνος βρέθηκε ότι είναι μειωμένος κατά 30% στα άτομα άνω των 70 ετών με λίγο υψηλότερες τιμές τεστοστερόνης, δηλαδή στις μεγαλύτερες ηλικίες η τεστοστερόνη δρα προστατευτικά. Η χαμηλή τεστοστερόνη σχετίζεται άμεσα με την εμφάνιση στυτικής δυσλειτουργίας αγγειακής αιτιολογίας που όπως δείξαμε σε πρόσφατη μετανάλυση αυξάνει κατά 44%, 62% και 39% τον κίνδύνο εκδήλωσης καρδιαγγειακών νοσημάτων, εμφράγματος μυοκαρδίου και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αντιστοίχως. Κατά συνέπεια η μέτρηση της τεστοστερόνης είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου για καρδιακά επεισόδια.
Η “ευάλωτη” αθηρωματική πλάκα
Η αθηρωματική πλάκα που έχει υψηλό κίνδυνο να ραγεί και να προκαλέσει καρδιακό επεισόδιο, έχει ορισμένα μορφολογικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά. Για την ανίχνευση αυτών των χαρακτηριστικών έχουν αναπτυχθεί διάφορες μέθοδοι, που περιλαμβάνουν την ενδοστεφανιαία θερμομέτρηση, την οπτική συνεκτική τομογραφία (OCT) και την εικονική ιστολογία (VH). Ο συνδυασμός αυτών των τεχνικών αυξάνει τη διαγνωστική δυνατότητα για την εύρεση των επικίνδυνων αθηρωματικών πλακών με απώτερο στόχο τη μείωση του ποσοστού των οξέων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου και της θνητότητας της στεφανιαίας νόσου. Είναι χαρακτηριστικό, όπως φαίνεται από μελέτες, ότι αθηρωματικές πλάκες με αυξημένη θερμοκρασία (> 0.10 OC) και πολύ λεπτή κάψα που καλύπτει την αθηρωματική πλάκα (< 60-70 μm) εκρήγνυνται σε μεγάλο ποσοστό και προκαλούν οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Σε μια μελέτη διαπιστώθηκε ότι το 70-80% των ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου έχουν τα αναφερόμενα χαρακτηριστικά.