Η φαρμακευτική εταιρεία Medochemie, αναδείχθηκε ως NationalChampion των EuropeanBusinessAwards (2014/15), δηλαδήώςμια από τις 33 καλύτερες εταιρείες ανάμεσα σε άλλες 24.000 Ευρωπαϊκές Εταιρείες, από 33 χώρες! Η Medochemie έλαβε για δεύτερη συνεχή χρονιά μέρος στον διαγωνισμό των EuropeanBusinessAwards, (http://www.businessawardseurope.com/) του πιο προβεβλημένου και σημαντικού θεσμού επιχειρηματικών βραβείων στην Ευρώπη. Την περσινή χρονιά η εταιρεία είχε αναδειχθεί μέσα στις 10 κορυφαίες εταιρείες στην Ευρώπη στον τομέα των εξαγωγών.
Κριτήρια στο διαγωνισμό είναι η καινοτομία και η επίτευξη μέγιστων εμπορικών αποτελεσμάτων, σε συνδυασμό με την θετική επίδρασηστο κοινωνικό περιβάλλον και την ηθική στη λειτουργία τους, δηλαδή σεβασμό στην εκάστοτε νομοθεσία, στο περιβάλλον και στα δικαιώματα όλων αυτών που έχουν σχέση με την επιχειρησιακή δραστηριότητα (εργαζομένων, μετόχων, προμηθευτών και πελατών).
Η MedochemieLtd, με έδρα την Κύπρο δραστηριοποιείται σε περισσότερες από 100 χώρες, έχει 11 μονάδες παραγωγής σε Κύπρο, Ολλανδία και Ασία ενώ το 58,4% των εξαγωγών της είναι στην Ευρώπη. Διαθέτει 630 εγκεκριμένα προϊόντα και 3.800 εγγραφές προϊόντων παγκοσμίως σε 10 θεραπευτικές κατηγορίες ενώ απασχολεί 1.250 εργαζομένους. Έχει τιμηθεί με 24 βραβεία ως αναγνώριση του υψηλού επιχειρηματικού επιπέδου που διατηρεί. Κάποια από αυτά είναι: ''Κυπριακά Βραβεία Βιομηχανικών Εξαγωγών'', ''Βραβείο Εξαιρετικής Επιχειρηματικής Επίδοσης'' από την Ευρωπαϊκή Ένωση, βραβεία ''Ασφάλειας Χημικών Βιομηχανιών'', Βραβείο Επιχειρηματικότητας , Καινοτομίας και το βραβείο των ΕΒΑ, κατηγορία εξαγωγών στις 10 κορυφαίες εταιρείες πέρυσι.
Η Medochemie στην Ελλάδα λειτουργεί ως MedochemieHellas και διαθέτει στην ελληνική αγορά ποιοτικά γενόσημα φάρμακα σε όλες τις βασικές θεραπευτικές κατηγορίες.
ΗMedochemieHellas βραβεύτηκε πρόσφατα με την διάκριση Επιχειρηματικής Αριστείας «SalusIndex 2014» ως η ταχύτερα αναπτυσσόμενη εταιρεία συνταγογραφούμενων γενοσήμων στην Ελλάδα τα τελευταία 3 χρόνια.
Όπως έδειξε η έρευνα, οι επιπτώσεις της παιδικής παχυσαρκίας είναι πολλές. Συγκεκριμένα παρατηρείται αύξηση της αρτηριακής πίεσης σε ποσοστό 9-13% των υπέρβαρων παιδιών και 30% των παχύσαρκων παιδιών. Επίσης δυσλιπιδαιμία καθώς και ινσουλινοαντίσταση και υπερισνουλιναιμία. Το 25% των παχύσαρκων παιδιών έχουν διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και το 45% των νέο-διαγνωσθέντων διαβητικών παιδιών & εφήβων είναι τύπου 2 (ΗΠΑ).
Επιπροσθέτως η έρευνα έδιεξε, ότι η παιδική παχυσαρκία σχετίζεται με την οικογενειακή οικονομική κατάσταση. Η εξαετής οικονομική κρίση που βιώνει η Ελλάδα, λόγω της λήψης θερμιδογόνου φθηνής τροφής, φαίνεται να οδηγεί σε αύξηση του σωματικού βάρους πάνω από το φυσιολογικό όχι μόνο στα παιδιά, αλλά και στους εφήβους και στους ενήλικες, με αποτέλεσμα να τίθεται η υγεία τους σε αυξημένο κίνδυνο.
Η παιδική παχυσαρκία έχει αυξημένη συχνότητα σε χαμηλά οικογενειακά εισοδήματα.
Με αφορμή την Εβδομάδα ευαισθητοποίησης κατά της Παχυσαρκίας, την οποία διοργανώνει η Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας (ΕΙΕΠ) από 21 έως 26 Οκτωβρίου 2014, ο Πρόεδρος του φορέα, Αντώνης Αλαβέρας, ο Γενικός Γραμματέας, Ευθύμιος Καπάνταης και το μέλος του ΔΣ Γεώργιος Βαλσαμάκης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, επεσήμαναν ότι η παιδική παχυσαρκία παραμένει και, μάλιστα, εξελίσσεται σε μείζονα απειλή τόσο για την ατομική όσο και για τη δημόσια υγεία.
Δεδομένων των ανησυχητικών διαστάσεων που έχει λάβει η παχυσαρκία στην Ελλάδα, η ΕΙΕΠ διοργανώνει και εφέτος την «Εβδομάδα Παχυσαρκίας» με στόχο να ενημερώσει και ευαισθητοποιήσει το κοινό ότι η παχυσαρκία είναι νόσος και ως νόσος πρέπει να έχει την κατάλληλη επιστημονική αντιμετώπιση. Στο πλαίσιο αυτό, θα πραγματοποιήσει ομιλίες σε σχολεία για την ενημέρωση παιδιών, κηδεμόνων και καθηγητών, ανά την Ελλάδα, καθώς και συζητήσεις με το κοινό σε δήμους της Αττικής. Επίσης, κατά τη διάρκεια της «Εβδομάδα Παχυσαρκίας» θα προβάλλεται ειδικό τηλεοπτικό σποτ με θέμα «Η παχυσαρκία είναι νόσος που αντιμετωπίζεται».
Ανθή Αγγελοπούλου
Σημαντική η παρουσίαση των θέσεων του κλάδου των Ιατροτεχνολογικών και Διαγνωστικών προϊόντων στο Συνέδριο HealthWorld 2014 όπου αναδείχθηκε η ανάγκη διασφάλισης της βιώσιμης λειτουργίας της βιομηχανίας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού καθώς αποτελεί παράγοντα για επιστημονική πρόοδο, οικονομική ανάπτυξη, επενδύσεις στον χώρο της Υγείας, αλλά και για την καλύτερη ποιότητα ζωής των ασθενών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Βιοϊατρικής Τεχνολογίας επενδύει ετησίως 7%-12% των εσόδων της σε έρευνα και τεχνολογία, για την ανάπτυξη νέων προϊόντων, ενώ σημάδι καινοτομίας αποτελεί το ότι το 2012 καταχωρήθηκαν πάνω από 10 χιλιάδες ευρεσιτεχνίες Ιατροτεχνολογικών προϊόντων, περισσότερες και απ’ ότι στον κλάδο της τεχνολογίας των ηλεκτρολογικών υλικών και των Επικοινωνιών.
Στην ομιλία του ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Ιατρικών & Βιοτεχνολογικών προϊόντων (ΣΕΙΒ) κ. Παύλος Αρναούτης, τόνισε ότι σήμερα αποδεικνύεται ότι πολιτικές όπως η άμεση, οριζόντια περικοπή των δαπανών, με στόχο τον ‘εξωραϊσμό’ των βεβαρημένων προϋπολογισμών, είναι αναποτελεσματικές καθώς δεν λαμβάνουν υπόψη τις μακροπρόθεσμες συνέπειες και τελικά οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, στην αύξηση των δαπανών Υγείας. Ενδεικτική είναι η επιστημονική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιούλιο 2014, από το Milken Institute “Healthy Savings: Medical Technology and the Economic Burden of Disease” [i] για 4 ασθένειες - διαβήτης, καρδιακές παθήσεις, μυοσκελετικές παθήσεις, καρκίνος του παχέος εντέρου - που αποδεικνύει ότι η μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση κόστους είναι πολύ μεγαλύτερη από την άμεσα καταβαλλόμενη δαπάνη, σήμερα. Λαμβάνοντας υπόψη την τεχνολογία που απαιτήθηκε για τη θεραπεία και διαχείριση των νόσων αυτών, με αντλίες ινσουλίνης, βηματοδότες, κολονοσκόπια, υλικά αρθροπλαστικών επεμβάσεων, διαπιστώθηκε ότι το ετήσιο καθαρό όφελος για το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης των Ηνωμένων Πολιτειών, ανήλθε σε 23,6 δις δολάρια! Εντυπωσιακό είναι επίσης το εύρημα ότι στον ορίζοντα των 20 επόμενων ετών η αύξηση επενδύσεων και η βελτίωση της ιατροτεχνολογίας μπορεί να αποφέρει στο Σύστημα Υγείας των ΗΠΑ οφέλη έως και $217 δις, ενώ αντιθέτως η μείωση στις επενδύσεις θα επιφέρει συνολικές απώλειες $469 δις. Τέλος, οι μελετητές συμπεραίνουν ότι τα μακροχρόνια αθροιστικά οφέλη, με την αύξηση επενδύσεων στις δαπάνες, στο ΑΕΠ αγγίζουν τα $1,4 τρις, ενώ οι αντίστοιχες απώλειες σε περίπτωση μείωσης των επενδύσεων αγγίζουν τα $3,4 τρις.
Ο Πρόεδρος του ΣΕΙΒ κ. Αρναούτης συμπλήρωσε σχετικά με το όφελος που προσφέρει ο ιατροτεχνολογικός κλάδος ότι «Πέρα από το τεράστιο όφελος που προσφέρει ο ιατροτεχνολογικός κλάδος για καλύτερη ποιότητα ζωής, μέσω της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης, της θεραπείας και της αποκατάστασης νοσημάτων και επιπλοκών υγείας, αναγνωρίζεται ότι οι ετήσιες δαπάνες για αυτά τα προϊόντα αποτελούν έναν μοχλό ανάπτυξης. Στο όφελος της επένδυσης προστίθεται και η δημιουργία θέσεων απασχόλησης αφού στις Ευρωπαϊκές εταιρείες Ιατρικής Τεχνολογίας απασχολούνται πάνω από 500.000 άτομα υψηλής επιστημονικής κατάρτισης.»
Όσον αφορά στη λειτουργία του Παρατηρητήριου Τιμών της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας, ο κ. Αρναούτης εστίασε στη στρεβλή λειτουργία του, ως ‘διατιμητήριο’ αφού δεν αξιολογεί τα προϊόντα και εξισώνει όλες τις τιμές προς τα κάτω διευκολύνοντας την προώθηση υλικών αμφιβόλου ποιότητας χωρίς τεχνική αξιολόγηση, κάτι που μακροπρόθεσμα εκτινάσσει τις συνολικές δαπάνες Υγείας, αφού τα περιστατικά παραμένουν αδιάγνωστα, δεν παρέχεται η απαραίτητη πρόληψη και τελικά η θεραπεία στοιχίζει πολύ περισσότερο. Παράλληλα, τα Δημόσια Νοσοκομεία χρησιμοποιώντας το ως «άλλοθι», αγνοούν όλες τις νομοθετικές διατάξεις για τις προμήθειες του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αγοράζουν με απευθείας αναθέσεις χωρίς να προκηρύσσουν διαγωνισμούς! Όπως τόνισε σχετικά ο Πρόεδρος του ΣΕΙΒ «Η πάγια θέση μας είναι ότι όλες οι προμήθειες, εκτός αποδειγμένα έκτακτων και απρόβλεπτων περιστάσεων, πρέπει να γίνονται μέσω Δημόσιων Μειοδοτικών Διαγωνισμών. Στο Παρατηρητήριο Τιμών πρέπει να καταγράφονται οι τιμές των τεχνικά αξιολογημένων Ιατροτεχνολογικών και in vitro Διαγνωστικών προϊόντων σε συνδυασμό με την αξιοποίηση του Μητρώου Ιατροτεχνολογικών προϊόντων του ΕΚΑΠΤΥ που επιτρέπει την πραγματική ‘παρατήρηση’ της αγοράς και όχι την ποδηγέτησή της. Έτσι εξασφαλίζεται η ευρεία συμμετοχή εταιρειών που οδηγεί στην ανάπτυξη του ανταγωνισμού και η τεχνική αξιολόγηση των προϊόντων και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα την επίτευξη ανταγωνιστικών τιμών.»