Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 05 Ιουνίου 2013 09:21

Νόμιμο, άρα και ηθικό!

Νόμιμο, άρα και ηθικό!

Με αφορμή τις τελευταίες δραματικές εξελίξεις στο τομέα Υγείας, τόσο οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο, όσο και φορείς υγείας αποφάσισαν να θέσουν σε ισχύ ή ακόμα και να διαμορφώσου εκ νέου, βασισμένοι στις εξελίξεις της εποχής, τους Κώδικες Δεοντολογίας που υπάρχουν στα καταστατικά τους εδώ και χρόνια και οι οποίοι στόχο έχουν να θέτουν σημαντικούς κανόνες αγοράς, επιχειρηματικότητας και εμπιστοσύνης συνεργασιών.

Το θέμα είναι επίκαιρο και καυτό. Και η ερώτηση που καίει τα χείλη μας είναι εξίσου δύσκολη και ίσως αναπάντητη. Ότι είναι νόμιμο είναι άραγε και ηθικό; Στο καυτό ερώτημα δέχθηκε να μας απαντήσει ο κ. Γεράσιμος Λειβαδάς, Μέλος ΔΣ ΣΕΠ Επιστημών & Υγείας και Διευθύνων Σύμβουλος της A & L Medical Supplies ltd.

Σύμφωνα με τον κ. Λειβαδά, τον Σεπτέμβριο του 2008, ο τότε υπουργός της Ναυτιλίας, από κανάλι κρατικής τηλεόρασης, αποστόμωνε το πανελλήνιο με την ρητορική του σοφιστική απορία: «Ισχυρίζεστε ότι το νόμιμο είναι, ή μπορεί να είναι ανήθικο;» Αρχικά ο πρωθυπουργός, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης της Θεσσαλονίκης προσπάθησε να τον καλύψει, όμως μέρες αργότερα του υπεδείχθη από του Μαξίμου η «έντιμη» έξοδος της παραίτησης.

Ο τότε υπουργός ακόμη περιμένει την απάντηση στο ερώτημά του, το νομικό ή ηθικό δίλλημα παρέμεινε έκτοτε ύποπτα αναπάντητο, ενώ ως αποφθεγματικός αφορισμός πλέον χρησιμοποιείται κατά καιρούς για να χαρακτηρίσει πράξεις κυρίως πολιτικών προσώπων οι οποίοι καλύπτουν επιχειρηματικές ή γενικώς ύποπτες δραστηριότητές τους μακριά από το «πόθεν έσχες» της Βουλής.

Τι σχέση όμως έχουν μεταξύ τους το νόμιμο και το ηθικό; Μπορεί αυτά τα δύο επίθετα να προσδιορίζουν ιδιότητα ή ποιότητα με υποχρεωτική ισοτιμία, ισοδυναμία και παράλληλη ισορροπία, ή μήπως είναι ανεξάρτητες συνισταμένες όπου το κάθε επίθετο ως ανεξάρτητο μέγεθος, μετράται σε διαφορετική κλίμακα; Η απάντηση είναι ότι το νόμιμο ορίζεται στην κλίμακα του Δικαίου, ενώ το ηθικό ακολουθεί την αξιακή κλίμακα του φιλοσοφικού Καλού. Επομένως και τα δύο είναι απολύτως ανεξάρτητα και χαρακτηρίζουν δύο διαφορετικές ποιοτικές αξιολογήσεις με διαφορετικά κριτήρια. Άρα, το νόμιμο δεν είναι πάντα ηθικό, ούτε το ηθικό κατ’ ανάγκη νόμιμο. Παράδειγμα είναι το ίδιο το παραπάνω γεγονός όπου ο υπουργός νομίμως διατηρούσε εταιρείες, είτε ελληνικές, είτε εξωχώριες, τις μετοχές των οποίων επίσης νομίμως δήλωνε στο πόχεν έσχες του, ενώ απέφευγε να δηλώνει ως δικά του τα περιουσιακά τους στοιχεία, δηλαδή, τα ακίνητα. Το ηθικό έλλειμμα στην προκείμενη περίπτωση έγκειται στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη είχε ξεσηκώσει σάλο η αποκάλυψη περί εξωχωρίων επιχειρήσεων που χρησιμοποιούντο ως προκάλυμμα για την απόκρυψη ιδιοκτησίας πολυτελών ακινήτων ενώ βρισκόντουσαν στο στόχαστρο της εφορίας. Παράδειγμα αντιδιαστολής ηθικού με νόμιμο αποτελεί η πρόσφατη επιτυχημένη πρωτοβουλία τηλεοπτικού σταθμού «όλοι μαζί μπορούμε για την Υγεία», όπου η Εκκλησία, η τοπική αυτοδιοίκηση, διάφοροι θεσμικοί και μη οργανισμοί, φιλανθρωπικοί σύλλογοι και ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, συνεργάζονται για την συλλογή φαρμάκων και την εν συνεχεία προώθησή τους σε όλη την χώρα με σκοπό να χορηγήσει φάρμακα σε εκατοντάδες ανασφάλιστους. Το πρόγραμμα χαιρετίστηκε από όλους, το ευλόγησε ο Αρχιεπίσκοπος, το επικροτεί η Πολιτεία, το στηρίζει το κοινωνικό σύνολο και είναι πραγματικά ένα πρόγραμμα που ως πράξη κατατάσσεται με αναμφισβήτητα υψηλό ηθικό περιεχόμενο. Όμως, η ανακύκλωση φαρμάκων με προέλευση άγνωστη και τρόπο διατήρησης μάλλον νεφελώδη, η συλλογή τους κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού και η κατ’ επέκταση συνταγογράφησή τους, μάλλον εκφεύγει από την απόλυτη νομιμότητα που προβλέπει ο νόμος.

Και το ερώτημα οφείλεται να τεθεί. Αρκεί να είναι κάτι νόμιμο και ηθικό για να υπηρετεί την αρετή; Οποιαδήποτε πράξη υπόκειται στην μεθοδολογία μιας ευρύτατης συναίνεσης, επομένως, υφίσταται τον έλεγχο σημαντικών και κρίσιμων προκλήσεων, πέρα από το Δίκαιο και την Ηθική. Μια πράξη οφείλει επί πλέον να είναι κοινωνικά αποδεκτή, εθιμικά καθιερωμένη, οικονομικά επιτρεπτή, επαγγελματικά αξιόπιστη και τέλος, να είναι δυνητικά εφικτή. Όλα αυτά τα ερωτήματα παραπέμπουν στην δεοντολογική προσέγγιση του τι ορίζεται ως «δέον γενέσθαι». Το δέον είναι μια δεοντολογική έννοια που αντιστοιχεί σε μία θέληση, μια εσωτερική επιταγή. Από μια άλλη γωνία, η νομική σκέψη προσεγγίζει τον όρο σε μια προσπάθεια διατύπωσης του δέοντος ως νομική επιταγή με προστακτικό χαρακτήρα και υποχρεωτική ισχύ. Μέσα από αυτήν την νοητική απόκλιση εμφανίζεται η φιλοσοφία του Δικαίου όπου οι βασικές αντιλήψεις για την ουσία του δικαίου παραπέμπουν στο αποδεκτό αξίωμα ότι ο νόμος προστατεύει τα συμφέροντα του ανθρώπου και κατ’ επέκταση της κοινωνίας. Η αιτιώδης αυτή συνάφεια του συμφέροντος ως απαίτηση, με το δέον ως νομική προσταγή, καταλήγει εύκολα στην παρανόηση με την οποία αρχικά ασχοληθήκαμε, ότι δηλαδή το νόμιμο είναι και ηθικό.

Στον κοινωνικό ιστό που ζούμε, ο ένας επηρεάζει τον άλλον και όλοι μαζί αποτελούμε ένα σύνολο που μοιραζόμαστε ενιαίους κανόνες και ανοχές. Θα μπορούσαμε να πούμε, απλουστεύοντας κάπως τα δεδομένα, ότι η αντίληψη περί της Δεοντολογίας στην χώρα μας διέγραψε και ακολούθησε τα τελευταία χρόνια στρεβλές ατραπούς, τις οποίες ανέχτηκαν οι πολιτικοί, διευκόλυναν οι αρχές, συντήρησαν οι δημόσιοι υπάλληλοι, εκμεταλλεύτηκαν οι μεσάζοντες και αξιοποίησαν οι τεμπέληδες. Δυστυχώς κατρακυλήσαμε εδώ που βρισκόμαστε τώρα, επειδή το συλλογικό αξιακό μας σύστημα έχει χαλαρώσει. Επειδή επιτρέψαμε αόριστα σοφίσματα να οδηγήσουν τα συμπεράσματα και τις ερμηνείες μας κατασκευάζοντας κατά το δοκούν κώδικες με υποκειμενικό φορτίο εις βάρος των νόμιμων τίτλων του Δικαίου. Διαστρεβλώσαμε την Αλήθεια.

Η οικονομική κρίση του σήμερα, με επικίνδυνες προεκτάσεις στην κοινωνική συνοχή με τον κίνδυνο της κατάρρευσης ad portas είναι μια ευκαιρία για αλλαγή, για αναθεώρηση. Ας εξετάσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι μπορούμε να κάνουμε αντί να περιοριζόμαστε στο τι έχουμε και το τι θέλουμε. Ας αντιδιαστείλουμε το ποιοτικό «είναι» από το ποσοτικό «έχειν». Θα είναι μια προσπάθεια τόσο νόμιμη όσο και ηθική.