Στο πρόβλημα της προκατάληψης με το οποίο η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει τους ασθενείς επεκτάθηκε ο γνωστός δημοσιογράφος Δημήτρης Τάκης με αφορμή την εκδήλωση-συνέντευξη τύπου της Ελληνικής Εταιρείας Άνοιας και του Πανελλήνιου Ινστιτούτου Νευροεκφυλιστικων Νοσημάτων με θέμα «Αλτσχάιμερ: Ώρα για δράση! Πρωτοβουλία για την εκπόνηση Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τη νόσο».
Στόχος του κ. Τάκη είναι η ευαισθητοποίηση του κοινού όσο αναφορά τη φροντίδα των ασθενών γενικότερα και ειδικά των ανοιακών ασθενών, όντας ο ίδιος φροντιστής της ανοιακής μητέρας του, ξεδίπλωσε μπροστά μας τα προβλήματα που αντιμετώπισε όχι μόνο στο να δεχθεί ο ίδιος την αλλαγή μιας κατάστασης που θεωρούσε δεδομένη στη ζωή του αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποδέχεται κάτι τέτοιο.
Και δυστυχώς έχει δίκιο. Όπως χαρακτηριστικά είπε ο κ. Τάκης «θεωρώ απαράδεκτο οποιαδήποτε ασθένεια να είναι στίγμα. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε αποδεχθεί τον καρκίνο. Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που όταν αναφέρονται σε αυτόν τον χαρακτηρίζουν επάρατη νόσο. Πρέπει να τελειώσει η λογική του στίγματος και σ’ αυτό πρέπει να βοηθήσουμε όλοι».
Ο κ. Τάκης είπε ότι εδώ και ένα χρόνο είναι φροντιστής της μητέρας του η οποία είναι μεταξύ σταδίου 1 και 2 στο Αλτσχάιμερ. Όπως δήλωσε, μάλιστα, λόγω της άγνοιας και της δικής του αλλά και του περίγυρου άργησε να διαγνωσθεί. Όλα τα συμπτώματα τα απέδιδε στη γήρανση της μητέρας του και όχι σε κάποια ασθένεια με αποτέλεσμα να μην προλάβει το πρόβλημα στη γένεσή του.
Η γνώση και όχι η προκατάληψη είναι αυτή που βοηθά για την έγκαιρη διάγνωση, όπως είπε και δίνοντας μια περιγραφή του σε ποιες δυσκολίες υποβάλλεται ένας φροντιστής μόλις αναγκαστεί να αναλάβει την ευθύνη ενός δικού του ανθρώπου, επεσήμανε ότι τον ασθενή δεν πρέπει να τον αντιμετωπίζεις ως μια «τελειωμένη ιστορία». Πρέπει να μπαίνεις για λίγο στη θέση του και να καταλαβαίνεις πως νιώθει και τι χρειάζεται και σίγουρα δεν είναι αυτό. Όλοι οι ασθενείς θέλουν να έχουν μια ανθρώπινη μεταχείριση.
Το σίγουρο είναι, όπως είπε, ότι ο φροντιστής πρέπει πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσει τη νέα πραγματικότητα. Να την αποδεχθεί πρώτα από όλα αυτός για να είναι σε θέση να προσφέρει στον ασθενή. Το βάρος που επωμίζεται είναι και ψυχολογικό αλλά και κοινωνικό. Εκτός του ότι πρέπει να φέρει σε μια ισορροπία το συναισθηματικό του κόσμο πρέπει να αντέξει και τη μεταβολή που θα δεχθεί το περιβάλλον του και να αναθεωρήσει κάποια πράγματα. Θα αλλάξουν αυτόματα οι υποχρεώσεις του αλλά και οι προσωπικές επιδιώξεις και θα μειωθούν ίσως και οι ελευθερίες του.
Όπως όλοι καταλαβαίνουμε λοιπόν, είναι πολύ δύσκολο να δεχθεί κάποιος να αλλάξει ριζικά σχεδόν τη ζωή του προκειμένου να βοηθήσει κάποιον άλλον να ζήσει τη δική του. Ωστόσο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η δύναμη αυτών των ανθρώπων, των φροντιστών, είναι άξια θαυμασμού. Γι αυτό καλό θα ήταν το υπουργείο Υγείας να προβλέψει μία αμοιβή για αυτούς τους ανθρώπους, έτσι ώστε να μπορούν να ανακουφιστούν κάπως και είτε να μπορούν να προσλάβουν μια βοήθεια, είτε να μπορούν να επιβιώσουν αν αναγκαστούν να αφήσουν τη δουλειά τους.
Ανθή Αγγελοπούλου