Ανισότητες μεταξύ των ασθενών δημιουργεί νέα απόφαση του ΕΟΠΥΥ η περιορίζει τη δαπάνη συνταγογράφησης ανά γιατρό στο 80% της προηγούμενης.
Για τους νέους γιατρούς επιτρέπεται δαπάνη αντίστοιχη με το 80% του μέσου όρου της ειδικότητάς τους για το 2013. Ο κάθε γιατρός μπορεί να υπερβεί το όριο του για δύο μήνες, ωστόσο η υπέρβαση θα αφαιρείται από το πλαφόν του επόμενου μήνα.
Στην απόφαση δεν γίνεται καμία εξαίρεση για τους γιατρούς των Δημόσιων Νοσοκομείων, όπου ο όγκος της συνταγογράφησης είναι πολύ μεγάλος. Ιδιαίτερα μάλιστα το τελευταίο διάστημα, ο αριθμός των ασθενών που προσέρχονται στα νοσοκομεία συνεχώς αυξάνεται, τόσο εξαιτίας της οικονομικής κρίσης όσο και της συνεχιζόμενης απεργίας των ιατρών του ΕΟΠΥΥ.
Για τους ασθενείς με χρόνια νοσήματα, των οποίων ορισμένες θεραπείες είναι υψηλού κόστους, είναι ορατός ο κίνδυνος να μένουν εκτός συνταγογράφησης, ακόμα δε να μη γίνονται δεκτοί από τους γιατρούς, υπό το φόβο ότι θα καλύψουν συντομότερα το πλαφόν τους.
Οι ρευματοπαθείς δυστυχώς ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία. Αρκετές από τις θεραπείες τους, ειδικά των ασθενών με σοβαρές ρευματοπάθειες, υπάγονται στα φάρμακα υψηλού κόστους (800-1.500 ευρώ το μήνα) και συνταγογραφούνται μόνο από ρευματολόγους. Ο αριθμός των γιατρών με την ειδικότητα αυτή είναι περιορισμένος (συνεπώς είναι πολύ εύκολο το πλαφόν τους να καλύπτεται σύντομα) ενώ παράλληλα είναι επιβεβλημένο οι ασθενείς να ακολουθούν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα στη θεραπεία τους, που σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν καθυστερήσεις στη συνταγογράφησή τους.
Πολύ λογικό λοιπόν να διερωτώνται, σε αυτή την περίπτωση τι θα γίνει; Ποιος θα πάρει την ευθύνη για τον ασθενή που δεν θα λάβει την τακτική του θεραπεία επειδή πολύ απλά δεν μπορεί να τη συνταγογραφήσει;
Αν και ο προφανής στόχος του μέτρου αυτού είναι ο περιορισμός της φαρμακευτικής δαπάνης, το πιθανότερο αποτέλεσμα, δυστυχώς θα είναι η ταλαιπωρία των ασθενών με αμφίβολο οικονομικό όφελος.
Όπως είναι γνωστό, τα ρευματικά νοσήματα, ειδικά οι φλεγμονώδεις αρθρίτιδες, ρευματοειδής αρθρίτιδα, ψωριασική αρθρίτιδα, αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, είναι χρόνια αυτοάνοσα συστηματικά νοσήματα, που απαιτούν συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φαρμακευτική αντιμετώπιση. Να σημειώσουμε ότι η παραίτηση ή η καθυστέρηση της θεραπείας των ρευματοπαθών θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εξέλιξη των νοσημάτων τους ακόμα δε και στην ίδια τους την ζωή!
Ανάστατοι όμως και οι ηπατομοσχευμένοι ασθενείς οι οποίοι εδώ και καιρό ζητούν να τεθεί σε εφαρμογή πρωτόκολλο για τις μεταμοσχεύσεις, γιατί όπως λένε όσοι προλαβαίνουν στην αρχή θα παίρνουν τα πρωτότυπα φάρμακα και οι υπόλοιποι θα αναγκάζονται να πάρουν γενόσημα.
Άλλο πρόβλημα όπως επισημαίνουν οι ασθενείς με ηπατίτιδες είναι αν θα ισχύσει το πλαφόν και στα νοσοκομεία, ενώ έκτακτη σύσκεψη έχουν οι διαβητικοί ασθενείς προκειμένου να αποφασίσουν τις περαιτέρω κινήσεις τους.
Να σημειώσουμε ότι το μέτρο αυτό είναι υποχρεωτικό και απορρέει από τον νόμο 4046/2012 (ΦΕΚ 28/Α/2012), ο οποίος αναφέρει «…εάν η μηνιαία παρακολούθηση της δαπάνης δείξει ότι η μείωση των φαρμακευτικών δαπανών δεν παράγει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, θα πρέπει άμεσα να ληφθούν πρόσθετα μέτρα ώστε η φαρμακευτική κατανάλωση να διατηρηθεί υπό έλεγχο…».
Όπως ήδη προβλέπεται από την υπουργική απόφαση τα όρια δαπάνης ανά ιατρό επαναπροσδιορίζονται στη διάρκεια του έτους ανάλογα με το παραγόμενο έργο του και την εξέλιξη της συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, ειδικότερα για τις κατηγορίες στις οποίες εντάσσονται στον θετικό κατάλογο νέα φάρμακα.
Το Υπουργείο Υγείας επισημαίνει ότι θα παρακολουθεί στενά την εφαρμογή του μέτρου και σε συνεργασία τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο θα λάβουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη διασφάλιση της φαρμακευτικής περίθαλψης των ασφαλισμένων αλλά και για τη δίκαιη και ισότιμη αντιμετώπιση των ιατρών συνεργατών του.
Ωστόσο, σήμερα οι εκπρόσωποι του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου θα συναντηθούν με την ηγεσία του Υπουργείου Υγείας προκειμένου να συζητήσουν εκτενώς τα προβλήματα που θα προκύψουν από την εφαρμογή του μέτρου.
Κάθετα αντίθετος με το μέτρο δηλώσει ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών και καλεί τα μέλη του να συνεχίσουν να συνταγογραφούν με επιστημονική και συνειδησιακή ευθυκρισία, στοχεύοντας στην κατάλληλη θεραπεία των αρρώστων τους με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.
Με επιστολή του μάλιστα προς τον Πρόεδρο του ΕΟΠΥΥ, ο Πρόεδρος του ΙΣΑ κ. Γιώργος Πατούλης τον ρωτά αν έχει υπολογίσει τι θα γίνει με τα ΑμεΑ, τους ασθενείς με σπάνια νοσήματα που χρήζουν υποκατάστασης με ενζυμικές θεραπείες, τους ανοσοκατεσταλμένους, τους αιμοκαθαρόμενους, τους ασθενείς με AIDS και ηπατίτιδα C, οι οποίες κρατούν το νοσούντα πληθυσμό από τη μετάδοση των θανατηφόρων λοιμωδών νοσημάτων, με την εφαρμογή του μέτρου αυτού.
Το καίριο ερώτημα του ΙΣΑ είναι πόσους εκ των ασφαλισμένων καλούνται να εξυπηρετήσουν οι γιατροί μέλη του όταν ο συμβεβλημένος με τον ΕΟΠΥΥ γιατρός δύναται να συνταγογραφεί το 2014 ανά μήνα το 80% του κόστους των φαρμάκων που συνταγογράφησε το 2013. Το πιο παράδοξο δε είναι ότι, το ταμειακό πλαφόν που ορίζεται στην προσωπική συνταγογραφία του συμβεβλημένου γιατρού, είναι βασισμένο στους 200 ασθενείς που είχε πέρυσι ο γιατρός και δεν προβλέπει την αύξηση που έκανε ο ΕΟΠΥΥ από 200 σε 400 επισκέψεις, της οποίας η ισχύς και νομιμότητα ομοίως αμφισβητείται. Δηλαδή, ουσιαστικά ο συμβεβλημένος γιατρός καλείται να συνταγογραφήσει το 80% του ποσού των 200 ασθενών φέτος σε 400 ασθενείς, δηλαδή αναλογικά σε σύγκριση με το 2013, μόνο το 40% των συνταγογραφούμενων φαρμάκων για κάθε ασθενή. Αυτό οριοθετεί δύο δυνητικές καταστάσεις:
1) ή κάποιοι ασθενείς θα εξυπηρετηθούν εξ ολοκλήρου και κάποιοι καθόλου, οπότε μιλάμε για διαχωρισμό σε ασφαλισμένους α’ και β’ κατηγορίας με διαφορετικό δικαίωμα περίθαλψης,
2) ή οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν ολόκληρο το φάρμακό τους κάθε μέρα, αλλά το 0,4 της ταμπλέτας ή της κάψουλας που τους αντιστοιχεί ημερησίως.
Καταστροφικό χαρακτηρίζει το μέτρο ο Ιατρικός Σύλλογος Πειραιά και ζητά την άμεση απόσυρση της επίμαχης απόφασης του Προέδρου του ΕΟΠΥΥ και την εφαρμογή ισότιμης συνταγογράφησης. Σύμφωνα με τον ΙΣΠ, το μέτρο από τη μία βάζει τους Ασφαλισμένους να αναζητούν Ιατρό ή να αλλάζουν τον θεράποντα Ιατρό τους με άλλον και αφετέρου στερεί από τους Ιατρούς τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών Υγείας & Φαρμακευτικής Θεραπείας, χωρίς βεβαίως αυτό να διασφαλίζει την κατάργηση της υπερσυνταγογράφησης. Αντιθέτως, όπως λέει, δημιουργεί ανισότητες όταν στην ίδια περιοχή σε Ιατρούς της ίδιας ειδικότητας το πλαφόν κυμαίνεται (σε κάποιους 45.000 ευρώ και σε κάποιους άλλους 500 ευρώ).
Τέλος, για προχειρότητα και εγκληματική ανευθυνότητα μιλά η ανακοίνωση του Τμήματος Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες όπως λέει συνδυάζονται με τη δογματική εμμονή στις μνημονιακές πολιτικές περικοπής των δημόσιων δαπανών υγείας και γεννούν τέρατα.
Ανθή Αγγελοπούλου