Οι ανεπάρκειες του συστήματος σε προσωπικό και υποδομές σε συνδυασμό με τους δημοσιονομικούς «κόφτες» λειτουργούν ως «πολλαπλασιαστές» της Καρδιακής Ανεπάρκειας σε όλα τα επίπεδα, όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν οι ειδικοί κατά τη διάρκεια του 18ο Συνεδρίου Καρδιακής Ανεπάρκειας.
Σύμφωνα με τον καρδιολόγο και Διευθυντή του Β’ Καρδιολογικού Τμήματος του νοσοκομείου Ευαγγελισμός κ. Ηλία Σιώρα, τόσο η επιστημονική κοινότητα, όπως και όλος ο πληθυσμός, πρέπει να απαιτήσουν συνολικά δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη χωρίς περιορισμούς για κανέναν, με δημόσιες δομές ΠΦΥ, αξιόπιστες, στελεχωμένες με το απαραίτητο επιστημονικό προσωπικό και εξοπλισμένες με την κατάλληλη υποδομή. Αυτή, όπως είπε, είναι και η σύγχρονη πρόκληση για τους καρδιολόγους που παραμένουν πιστοί στον όρκο του Ιπποκράτη και αντιμετωπίζουν με επιστημονικά κριτήρια τις σύγχρονες ανάγκες.
Στην παρέμβασή του ο καρδιολόγος κ. Ηλίας Σιώρας, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι από Καρδιακή Ανεπάρκεια (ΚΑ) πάσχει το 2% του πληθυσμού. Δηλαδή στην Ελλάδα οι πάσχοντες υπολογίζεται ότι φτάνουν τις 200.000-250.000. Όμως σύμφωνα με τις προβλέψεις, τα επόμενα χρόνια αναμένεται σημαντική αύξηση των πασχόντων λόγω της αύξησης του προσδόκιμου της επιβίωσης, όταν μάλιστα αυτή δεν συνοδεύεται και από αύξηση της Υγιούς Ζωής.
Η καρδιακή ανεπάρκεια όπως είπε, είναι πιο κακοήθης και απ’ τον καρκίνο ενώ, η θνησιμότητα της αυξάνει, όταν συνοδεύεται από συν-νοσηρότητες του σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική νόσο και υπέρταση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας και Καρδιακής Ανεπάρκειας (ΕΜΕΚΑ), οι εισαγωγές στα νοσοκομεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας αποτελούν το 4% των συνολικών εισαγωγών. Όμως ,το 30% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια πεθαίνουν μέσα σε ένα χρόνο απ’ την έξοδό τους απ’ το νοσοκομείο.
Απαντώντας στο ερώτημα αν θα μπορούσαν να αποφευχθούν αυτές οι απώλειες οι επιστήμονες τόνισαν ότι με την κατάλληλη εκπαίδευση του ασθενούς από το γιατρό και το νοσηλευτικό προσωπικό αυτό θα ήταν δυνατό. Για παράδειγμα ο ασθενής βγαίνοντας από το νοσοκομείο εκτός των φάρμακά του πρέπει να λαμβάνει και συμβουλές για την καθημερινότητα του, για τη διατροφή του, το κάπνισμα, την άσκηση κ.λπ. Όμως αυτές οι οδηγίες μπορούν να δοθούν από το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.
Ωστόσο, οι ειδικοί τόνισαν ότι στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) η οποία αυτή τη στιγμή, παρέχεται κυρίως απ’ τα 400 πολυιατρεία του πρώην ΙΚΑ και τώρα Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (ΠΕΔΥ) και των 220 Κέντρων Υγείας αγροτικού τύπου. Και πέρα απ’ τα χρόνια διαθρωτικά προβλήματα, τα τελευταία 7 έτη, αυτές οι δημόσιες δομές αποδυναμώθηκαν σε προσωπικό και εξοπλισμό με αποτέλεσμα μερικές να υπολειτουργούν ή να μη λειτουργούν καθόλου.
Στην Ελλάδα, όπως είπε ο κ. Σιώρας, η δημόσια ΠΦΥ παρέχεται κυρίως απ’ τα 400 πολυιατρεία του πρώην ΙΚΑ και τώρα Πρωτοβάθμιου Εθνικού Δικτύου Υγείας (ΠΕΔΥ) και των 220 Κέντρων Υγείας αγροτικού τύπου. Πέρα απ’ τα χρόνια διαθρωτικά προβλήματα, τα τελευταία εφτά χρόνια αυτές οι δημόσιες δομές αποδυναμώθηκαν σε προσωπικό και εξοπλισμό με αποτέλεσμα μερικές να υπολειτουργούν ή να μη λειτουργούν καθόλου.
Αυτή η γύμνια στην ΠΦΥ και η έντονη εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών υγείας, «κόβουν», στην κυριολεξία, τις επισκέψεις των ασθενών με ΚΑ στις δομές της δημόσιας ΠΦΥ. Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία έρευνας του 2013 για τη μη επίσκεψη σε δομές ΠΦΥ: Δεν γίνονται επισκέψεις σε ποσοστό 24% λόγω της πολύωρης καθημερινής απασχόλησης, σε ποσοστό 25% λόγω κόστους και σε ποσοστό 13% λόγω μεγάλης λίστας αναμονής.
Αυτοί λοιπόν οι –για να χρησιμοποιήσουμε και τη σύγχρονη ορολογία των μνημονιακών- «κόφτες» των επισκέψεων των ασθενών με ΚΑ στην ΠΦΥ, οδηγούν στις αλλεπάλληλες επανεισαγωγές τους στα νοσοκομεία.
Αυτές οι επανεισαγωγές –και από άλλα χρόνια νοσήματα- φρακάρουν λειτουργικά τα νοσοκομεία και οδηγούν στην έκρηξη της νοσοκομειακής δαπάνης για νοσηλεία ασθενών με ΚΑ. Σύμφωνα με Αγγλική μελέτη (2014) το κόστος της νοσοκομειακής νοσηλείας για ασθενείς με ΚΑ αποτελεί το 60% της συνολικής δαπάνης για ΚΑ. Αντίστοιχα το κόστος για φάρμακα είναι μόλις 9% και για υπηρεσίες ΠΦΥ είναι 17% της συνολικής δαπάνης για την ΚΑ. Στις ΗΠΑ οι δαπάνες για την ΚΑ απορροφούν το 2% δαπάνης για την υγεία.
Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία. Οι δαπάνες για την ΚΑ συνθλίβονται μέσα στη γενικότερη κατακρεούργηση των συνολικών –και ιδιαίτερα των δημόσιων - δαπανών υγείας.
Σύμφωνα με την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (Γενάρης του 2015) υπάρχουν τα παρακάτω (σε δίσ. ευρώ) στοιχεία για τις δαπάνες υγείας στην Ελλάδα:
ΕΤΟΣ 2009 2015
Δημόσια Νοσοκομειακή Δαπάνη 7,0 4,9
Ιδιωτική Νοσοκομειακή Δαπάνη 1,5 2,1
Δημόσια Δαπάνη ΠΦΥ 5,2 1,3
Ιδιωτική Δαπάνη ΠΦΥ 1,3 1,5
Συνολική Δημόσια Δαπάνη 16,1 9,5
Συνολική Ιδιωτική Δαπάνη 7,1 5,5
Απ’ τα στοιχεία αυτά προκύπτουν τα εξής για έτη 2015 και 2009:
α. Η Συνολική Δημόσια Δαπάνη μειώθηκε κατά 41% με ρυθμό μείωσης –δηλαδή από χρόνο σε χρόνο- 8,1%.
β. Η Δημόσια Νοσοκομειακή Δαπάνη μειώθηκε κατά 30% με ρυθμό μείωσης 5,77%.
γ. Η Δημόσια Δαπάνη ΠΦΥ μειώθηκε κατά 75% με ρυθμό μείωσης 20,63%
Φαίνεται δηλαδή καθαρά ότι οι δαπάνες για τις δημόσιες δομές της ΠΦΥ, που θα έπρεπε να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των ασθενών με ΚΑ, κατακρεουργήθηκαν με το μεγαλύτερο ρυθμό μείωσης.
Επίσης την ίδια περίοδο καταγράφηκαν τα παρακάτω μεγέθη:
-Η κατά κεφαλήν δαπάνη για την υγεία μειώθηκε από 2.400 ευρώ το 2008 σε 1.800 ευρώ το 2012.
-Το προσωπικό των δημόσιων δομών υγείας (νοσοκομεία και μονάδες ΠΦΥ) μειώθηκε από 93.000 άτομα το 2012 σε 74.000 το 2016.
Ανθή Αγγελοπούλου