Σε απόγνωση βρίσκονται και πάλι οι καρκινοπαθείς στο ΛΑΪΚΟ, σύμφωνα με το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού, καθώς χθες ήταν η δεύτερη Πέμπτη που δεν έγιναν χημειοθεραπείες στο αιματολογικό τμήμα του νοσοκομείου, λόγω έλλειψης των αντίστοιχων χημειοθεραπευτικών φαρμάκων.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση, η καθυστέρηση της θεραπείας των καρκινοπαθών εγκυμονεί κινδύνους όχι μόνο για την επιδείνωση της κατάστασης τους αλλά και για της ίδιας τους της ζωής.
Το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού καλεί το Υπουργείο Υγείας να αναλάβει τις ευθύνες του και να δώσει άμεσα λύση στο πρόβλημα που για δεύτερη φορά από τον Ιανουάριο δημιουργείται στο ΛΑΙΚΟ νοσοκομείο, πριν θρηνήσουμε όπως λέει, ανθρώπινες ζωές και είναι πολύ αργά.
Το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού και άλλες οργανώσεις όπως ο Σύλλογος Καρκινοπαθών-Εθελοντών-Φίλων-Ιατρών «Κ.Ε.Φ.Ι.» Αθηνών, βοηθούν με όσα αποθέματα φαρμάκων έχουν που δεν επαρκούν, την λύση όμως πρέπει να την δώσει η πολιτεία.
Ανθή Αγγελοπούλου
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας καταγγέλλει τη δραματική έλλειψη αίματος στην οποία έχει περιέλθει η Αιμοδοσία του «Λαϊκού» Νοσοκομείου με αποτέλεσμα από τις 14/8/2014 έως σήμερα οι 60 θαλασσαιμικοί ασθενείς της Μονάδας Μεσογειακής Αναιμίας του Νοσοκομείου να παραμένουν χωρίς μετάγγιση.
Οι συνέπειες για τους θαλασσαιμικούς είναι τραγικές όπως επισημαίνει η Ομοσπονδία, αφού ο αιματοκρίτης τους έχει κατέβει σε επικίνδυνα επίπεδα τα οποία σε συνάρτηση με τις επιπλοκές της νόσου που οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή τους.
Παρότι η Ομοσπονδία είχε επισημάνει έγκαιρα από τις 22/7/2014 την ανάγκη σχεδιασμού και λήψης μέτρων για την επάρκεια αίματος και ιδιαίτερη πρόβλεψη για τους επόμενους δύο μήνες όπου και αναμένετο να υπάρξουν ελλείψεις οι οποίες πρώτα θα έθιγαν τα πολυμεταγγιζόμενα άτομα, καμία μέριμνα δεν ελήφθη.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία η ευθύνη για την Αιμοδοσία και τη Διοίκηση του Λαϊκού Νοσοκομείου είναι τεράστια και προκύπτουν εύλογα ερωτήματα όπως:
Γιατί η διοίκηση του Λαϊκού Νοσοκομείου δηλώνει ότι δε γνώριζε τίποτα για την έλλειψη αίματος και ότι ενημερώθηκε πρόσφατα από την Ομοσπονδία μας;
Γιατί ενώ έχει ανακύψει ένα θέμα ζωής και θανάτου δε λαμβάνονται μέτρα από την Αιμοδοσία του Νοσοκομείου για την κάλυψη των αναγκών;
Τι σχεδιασμός, τι ενέργειες και πόσες αιμοληψίες έγιναν από την Αιμοδοσία το προηγούμενο διάστημα ώστε να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο τον Αύγουστο;
Γιατί ενώ το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας ενισχύει την Αιμοδοσία του Λαϊκού Νοσοκομείου από όταν ενημερώθηκε για το πρόβλημα με περίπου 10 μονάδες αίματος ημερησίως για την κάλυψη των θαλασσαιμικών καλύπτονται άλλες ανάγκες του Νοσοκομείου και όχι οι θαλασσαιμικοί ασθενείς;
Γιατί επανειλημμένα το Λαϊκό Νοσοκομείο παρουσιάζει αυτές τις τραγικές ελλείψεις αίματος τη στιγμή που γνωρίζει τις προγραμματισμένες και πάγιες τακτικές ανάγκες σε αίμα των θαλασσαιμικών ασθενών; Να σημειώσουμε ότι σε κανένα άλλο νοσοκομείο δεν παρατηρείται τόσο μεγάλη έλλειψη αίματος παρά το γεγονός ότι μεταγγίζουν διπλάσιο ή και πολλαπλάσιο αριθμό Θαλασσαιμικών.
Γιατί είναι πάγια τακτική της Αιμοδοσίας και του Νοσοκομείου να αντιμετωπίζει τους θαλασσαιμικούς ασθενείς ως ασθενείς β΄ κατηγορίας;
Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 3/9/2014 στο Υπουργείο Υγείας απλά αναδείχθηκε το πρόβλημα χωρίς ωστόσο να υπάρξει καμία απάντηση ή σαφές χρονοδιάγραμμα για την κάλυψη των αναγκών σε αίμα ενώ δεν γνωρίζουμε πότε οι ασθενείς αυτοί θα μεταγγιστούν και εάν θα επιβιώσουν μέχρι τότε.
Η Ελληνική Ομοσπονδία Θαλασσαιμίας κρούει το κώδωνα του κινδύνου για να αφυπνιστεί η ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και όλες οι συναρμόδιες υπηρεσίες και οι φορείς, κυρίως της Αιμοδοσίας και της διοίκησης του Λαϊκού Νοσοκομείου για να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να μεριμνήσουν άμεσα και με κάθε τρόπο για την μετάγγιση των θαλασσαιμικών πολυμεταγγιζόμενων ασθενών γιατί κάθε λεπτό που χάνεται είναι πολύτιμο.
Για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών αίματος πριν αυτές προκύψουν είναι απαραίτητη η κινητοποίηση της πολιτείας αλλά και της κοινωνίας με σκοπό την ευαισθητοποίηση και την στράτευση όσο το δυνατόν περισσότερων εθελοντών αιμοδοτών, γιατί η επάρκεια αίματος είναι υπόθεση όλων μας.
Απρόσκοπτη πρόσβαση στις θεραπείες ζητούν τα άτομα με αιμορροφιλία
Με επιτυχία ολοκληρώθηκε η «1η Συνάντηση Ευαισθητοποίησης για την Αιμορροφιλία» που διοργάνωσε ο Σύλλογος Προστασίας Ελλήνων Αιμορροφιλικών (Σ.Π.Ε.Α.), με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Αιμορροφιλίας. Στόχος της εκδήλωσης ήταν να παρουσιάσει τις υφιστάμενες πρακτικές για τη διαχείριση της αιμορροφιλίας στην Ελλάδα και να αναδείξει πολιτικές που μπορούν να συμβάλλουν στη βελτίωσή της, τονίζοντας την ανάγκη για άμεση και απρόσκοπτη πρόσβαση σε επαρκή θεραπεία για όλα τα άτομα που ζουν με αιμορροφιλία στην Ελλάδα, καθώς και την εξασφάλιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής τους. Την εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε στην Αίγλη Ζαππείου, τίμησαν με τη συμμετοχή τους διακεκριμένα στελέχη από τη Δημόσια Διοίκηση, τις Υγειονομικές Αρχές και Περιφέρειες, τις Διοικήσεις Νοσοκομείων, τους επαγγελματίες της υγείας και φυσικά άτομα που ζουν με αιμορροφιλία.
Χαιρετισμό στην εκδήλωση απηύθυνε ο κ. Γρηγόρης Λεοντόπουλος, Β΄ Αντιπρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ, δηλώνοντας την αμέριστη συμπαράστασή του στην προσπάθεια του Σ.Π.Ε.Α. Χαιρετισμό απέστειλε και ο Brian O’Mahony, Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κονσόρτσιουμ για την Αιμορροφιλία (EHC), σημειώνοντας ότι το μοντέλο ολοκληρωμένης παροχής φροντίδας στα άτομα με αιμορροφιλία έχει αποτελέσματα, και αλλάζει ριζικά την ποιότητα ζωής των ατόμων με αιμορροφιλία. «Δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε στις κυβερνήσεις να επηρεάσουν αρνητικά τα επίπεδα θεραπείας και φροντίδας της αιμορροφιλίας στις χώρες μας, κάτι που θα μας γυρνούσε πίσω στο παρελθόν.»
Την εκδήλωση άνοιξε με την ομιλία του ο Πρόεδρος του Σ.Π.Ε.Α. Παναγιώτης Καρκάνης, μιλώντας για τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά τα άτομα με αιμορροφιλία και οι επαγγελματίες υγείας που τους φροντίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο, διατύπωσε την ανάγκη για: α) την απρόσκοπτη διάθεση των παραγόντων στους αιμορροφιλικούς από τα Κέντρα Αιμορροφιλίας (και όχι από τα φαρμακεία των νοσοκομείων), σύμφωνα με το ήδη υπάρχον και απόλυτα λειτουργικό μοντέλο που εφαρμόζει το Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» και το Λαϊκό Νοσοκομείο, β) τη διαφοροποίηση των κονδυλίων για τους παράγοντες από τον υπόλοιπο προϋπολογισμό των νοσοκομείων και γ) τη διασφάλιση κονδυλίων με στόχο την πρόσβαση ασθενών, που έχουν χάσει την ασφάλιση τους, στη θεραπεία.
Στη συνέχεια, η κυρία Ελένη Πλατοκούκη, Διευθύντρια της Μονάδας Αιμορραγικών Διαθέσεων, και του Κέντρου Αιμορροφιλικών Παιδιών, στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», παρουσίασε τα χαρακτηριστικά της αιμορροφιλίας και τις ιδιαιτερότητες της διαταραχής, δίνοντας έμφαση στη σημασία που έχουν η πρόσβαση των ασθενών στην προφυλακτική θεραπεία, η παρακολούθηση σε Κέντρα Αιμορροφιλίας, από ομάδα πολλών ειδικών, η διάθεση ασφαλών παραγόντων σε επαρκείς δοσολογίες, η αντιμετώπιση των αναστολέων, καθώς και η δυνατότητα θεραπείας στο σπίτι.
Τον κύκλο των ομιλιών έκλεισε η κυρία Όλγα Κατσαρού, Διευθύντρια Κέντρου Αίματος και του Εθνικού Κέντρου Αναφοράς Αιμορραγικών Διαθέσεων, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Λαϊκό» με μια παρουσίαση για το που βρισκόμαστε σήμερα και πως βλέπουμε το μέλλον σε σχέση με την αιμορροφιλία. Στο πλαίσιο της παρουσίασης της τόνισε την ανάγκη για παροχή «ολιστικής» φροντίδας από τα Κέντρα Αιμορροφιλίας, καθώς και την ανάγκη διαθεσιμότητας και πρόσβασης σε ασφαλή θεραπεία υποκατάστασης για όλους τους ασθενείς, με κόστος καλυπτόμενο από τους ασφαλιστικούς φορείς, καθώς και την προφυλακτική θεραπεία για όλα τα παιδιά με βαριά νόσο αμέσως μετά το πρώτο επεισόδιό τους. Κλείνοντας, η κα Κατσαρού μίλησε για τη δημιουργία θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των κέντρων καθώς και τη βελτίωση των υποδομών και την επάνδρωσή τους με επαρκές και εξειδικευμένο προσωπικό.
Στη συνέχεια, σε πνεύμα ανοιχτού διαλόγου, ακολούθησε συζήτηση σε πάνελ, με θέμα «Η Αιμορροφιλία Στην Ελλάδα Της Κρίσης»: Προτάσεις και Πολιτικές για την Βελτίωση της Φροντίδας και της Ποιότητας Ζωής των Ασθενών, με τη συμμετοχή του κ. Θρασύβουλου Βεντούρη, Διοικητή της Δ’ Υγειονομικής Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, του κ. Σωτήριου Ζώτου, Υποδιοικητή της Α’ Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής, του κ. Παναγιώτη Καρκάνη, Προέδρου Σ.Π.Ε.Α., της κ. Όλγας Κατσαρού, Διευθύντριας Κέντρου Αίματος και Εθνικού Κέντρου Αναφοράς Αιμορραγικών Διαθέσεων στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Λαϊκό», και της κ. Μαρίας Σκουρολιάκου, A’ Αντιπροέδρου του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.).
Στο πλαίσιο της συζήτησης, οι συμμετέχοντες αναγνώρισαν τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ολόκληρος ο κλάδος της υγείας στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία. Ανέφεραν μάλιστα ότι οι μεταρρυθμίσεις που γίνονται πρέπει να εξυπηρετούν τον πολίτη και τον ασθενή, αναγνωρίζοντας ότι είναι σημαντικό να υπάρχει εποικοδομητικός διάλογος με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ώστε με τις αποφάσεις που λαμβάνονται να επιτυγχάνεται εξοικονόμηση και ανακατανομή των πόρων εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη. Προς αυτή την κατεύθυνση ο κ. Ζώτος κάλεσε δημόσια τους διευθυντές των κέντρων αιμορροφιλίας από τα νοσοκομεία Λαϊκό, Ιπποκράτειο και Παίδων «Αγ. Σοφία» σε συνάντηση προκειμένου να συζητήσουν πάνω στο μοντέλο εκείνο που εφαρμόζεται και λειτουργεί καλύτερα, καλύπτοντας τις ανάγκες των ασθενών πιο αποτελεσματικά.
Ένα επίσης σημαντικό θέμα που αναδείχτηκε από τη συζήτηση είναι η ανάγκη για την προφυλακτική θεραπεία. Σήμερα δεν παρέχεται συστηματικά προφυλακτική αγωγή στους ενήλικες με αιμορροφιλία αλλά η απόφαση για προφυλακτική θεραπεία, συνεχή ή διακοπτόμενη, εξατομικεύεται ανάλογα με την βαρύτητα της αιμορραγικής τους διάθεσης. Στη κατεύθυνση αυτή, η κυρία Κατσαρού έκανε σαφές ότι γίνεται ουσιαστική και συστηματική προσπάθεια από τους γιατρούς ώστε οι ασθενείς να έχουν ποιότητα ζωής, να δουλεύουν και να είναι παραγωγικοί, κάτι που είναι σημαντικό για τους ασθενείς, αλλά και ευρύτερα για το σύστημα υγείας και την κοινωνία.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Πρόεδρος του Σ.Π.Ε.Α. κ. Καρκάνης σημείωσε: «Δεν υπάρχει ζωή χωρίς προφύλαξη. Χωρίς αυτή το άτομο με αιμορροφιλία αντιμετωπίζει δυσκολίες να διατηρεί μια φυσιολογική ζωή, να σπουδάζει, να εργάζεται, συμμετέχοντας παραγωγικά στο κοινωνικό σύνολο. Θέλουμε ένα μέλλον όπου δεν θα οραματιζόμαστε τη ζωή από το παράθυρο, αλλά θα έχουμε ενεργό ρόλο σε αυτή και αυτό μπορεί να είναι δυνατό μόνο αν εξασφαλίσουμε πρόσβαση στην προφυλακτική αγωγή, με κέντρα επαρκώς στελεχωμένα με ειδικούς. Έχουμε δύο μοντέλα που λειτουργούν με αποτελεσματικότητα, αυτό που εφαρμόζει το Νοσοκομείο Παίδων «Αγ. Σοφία» και αυτό του Λαϊκού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών και πρέπει να αξιοποιήσουμε αυτές τις βέλτιστες πρακτικές. Επίσης, με βάση τα Ευρωπαϊκά πρότυπα πρέπει να θέσουμε έναν εθνικό στόχο για τη μέση κατανάλωση παραγόντων ανά άτομο, ερχόμενοι πιο κοντά στο δείκτη κατανάλωσης των ανεπτυγμένων χωρών, όπως π.χ. είναι η Ιρλανδία, η Φιλανδία, η Πορτογαλία, μεταξύ άλλων».
Η πρωτοβουλία αυτή του Σ.Π.Ε.Α. ανέδειξε τις προκλήσεις που δημιουργεί η σημερινή δυσμενής συγκυρία, προκλήσεις που όμως δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στην υιοθέτηση πολιτικών που θα συμβάλλουν στην καλύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της αιμορροφιλίας, μέσα από τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων φορέων και τον προσδιορισμό εθνικού στόχου για τη βελτίωση της φροντίδας που παρέχεται στην Ελλάδα.
Ολοκληρωμένη Λύση της Roche Diagnostics στον έλεγχο του Αίματος
“Κάθε χρόνο από το 1998, η Roche εισαγάγει καινοτόμα τεστ, συστήματα και λογισμικό για τον έλεγχο του αίματος με σκοπό να βελτιώσει την ασφάλεια των μεταγγίσεων και να προστατεύσει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων που μεταγγίζονται με αίμα ή παράγωγά του από μολυσματικούς, παθογόνους μικροοργανισμούς» τόνισε η Donna Woodall, Επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων της Roche Molecular Diagnostics στο μοριακό έλεγχο των αιμοδοσιών”.
“Είμαστε η μοναδική εταιρεία που προσφέρει ολοκληρωμένη λύση στον έλεγχο του αίματος με ΝΑΤ (μοριακό έλεγχο), ορολογικό έλεγχο, βιοχημικά τεστ, αλληλούχιση γονιδιώματος και προαναλυτικά συστήματα. Αν και διαθέτουμε ένα πλήρες μενού εξετάσεων και καλύπτουμε τις υπάρχουσες ανάγκες δε σταματάμε εδώ. Εξακολουθούμε να επενδύουμε σε πλατφόρμες και τεχνολογίες για να καλύψουμε τις ανάγκες σε προαναλυτικά συστήματα, στον ορολογικό και στο μοριακό έλεγχο του αίματος” πρόσθεσε η Donna Woodall.
Για τη Roche το ταξίδι στον έλεγχο του αίματος ξεκίνησε το 1998 όταν καθιερώθηκε ο μοριακός έλεγχος (ΝΑΤ) για τον HCV αρχικά ως υποχρεωτικός στο πλάσμα που προοριζόταν για κλασματοποίηση και συνεχίζεται ως και σήμερα με επέκταση πλέον και στο ολικό αίμα που προορίζεται για μετάγγιση μέσα από σταθμούς καινοτομίας κι έρευνας. Περισσότεροι από 50 εκατ. ασκοί ελέγχθηκαν κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης παγκόσμιας κλινικής μελέτης από το 1999 έως το 2003.
Τα προαναλυτικά συστήματα της Roche επιτρέπουν ολική αυτοματοποίηση στα εργαστήρια με στόχο τον περιορισμό των σφαλμάτων και διευκόλυνση της ροής εργασίας, ώστε το πολύτιμο προσωπικό των αιμοδοσιών να ασχοληθεί με άλλες σημαντικές δραστηριότητες.
Τα αναλυτικά συστήματα cobas 6000 και cobas 8000 για τον ορολογικό και βιοχημικό έλεγχο έχουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης αναλόγως με τις απαιτήσεις του εργαστηρίου. Η τεχνολογία Εlecsys (ηλεκτροχημειοφωταύγεια) είναι καθιερωμένη στην αγορά των διαγνωστικών με περισσότερες από 80 παραμέτρους κι ένα πλήρες μενού για τις μολυσματικές νόσους: HBV, HCV, HIV, CMV καθώς κι άλλες που δεν περιλαμβάνονται στον έλεγχο των αιμοδοσιών, όπως Rubella, Toxoplasma και HSV.
H ανακάλυψη κι ανάπτυξη της τεχνικής αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης Πραγματικού Χρόνου (Real Time PCR) από τη Roche άλλαξε το «παιχνίδι» στο NAT κι ιδιαίτερα στον έλεγχο του αίματος. Το σύστημα cobas s 201 που αποτελεί σήμερα την κινητήρια δύναμη του εργαστηρίου ΝΑΤ, υποστηρίζει τόσο δείγματα μικροδεξαμενών όσο και μοναδιαίου δότη και στο μενού των τεστ περιλαμβάνονται το καινοτόμο cobas® TaqScreen MPX Test, v2.0 που μπορεί να ανιχνεύσει 5 ιϊκούς στόχους: HIV ομάδα Μ, HIV ομάδα O, HIV 2, HBV και HCV ταυτόχρονα στο ίδιο δείγμα, χωρίς να απαιτείται πλέον η χρονοβόρα διαδικασία της διάκρισης σε περίπτωση θετικού δείγματος.
Επίσης υπάρχει διαθέσιμο και το cobas® TaqScreen WNV Test για τον έλεγχο του ιού του Δυτικού Νείλου.
Η Roche διαθέτει τέλος δύο ακόμα συστήματα για το μοριακό έλεγχο δοτών στις περιπτώσεις μεταμόσχευσης μυελού των οστών: τα συστήματα αλληλούχισης Νέας Γενιάς (Next Generation Sequencing) GS Junior και 454 GS για την αλληλούχιση του γονιδιώματος προκειμένου να βρεθεί αυτόματα, αξιόπιστα και ταχύτατα η ιστοσυμβατότητα δότη - λήπτη.
Η Roche παρακολουθεί τις τάσεις στο χώρο των αιμοδοσιών και απαντά στις απαιτήσεις των εργαστηριακών για αξιόπιστα, αποδοτικά και ποιοτικά συστήματα.
“Η παγκόσμια τάση στις αιμοδοσίες είναι η συγκεντροποίηση. Υπάρχουν 15 κέντρα τα οποία ελέγχουν το 60% του ΝΑΤ ετησίως στις ΗΠΑ. Από το 2010 ο αριθμός των κέντρων μοριακού ελέγχου μειώνεται συνεχώς και το 80% των ασκών αίματος ετησίως ελέγχονται σήμερα από δύο οργανισμούς. Προβλέπεται ότι ως το 2015 θα μείνει μόνο το ¼ των κέντρων ελέγχου αίματος για να ελέγχει το σύνολο των αιμοδοσιών στις ΗΠΑ. Πιστεύουμε ότι αυτή η τάση θα επιβεβαιωθεί και σε άλλα μέρη του κόσμου. Τα Κέντρα Αιμοδοσιών μπορούν να γίνουν πιο αποδοτικά όταν ελέγχουν μεγαλύτερες ποσότητες και χρησιμοποιούν τα καλύτερα συστήματα για τη διαχείριση της ροής εργασίας” επεσήμανε η Donna Woodall.
Με αυτήν την προοπτική η Roche σχεδίασε την επόμενη γενιά των καινοτόμων συστημάτων NAT τα οποία αναμένεται να κυκλοφορήσουν το 2014.
Το σύστημα cobas 6800 παράγει ως και 300 αποτελέσματα σε 8 ώρες και ο cobas 8800 έως 1000 αποτελέσματα στον ίδιο χρόνο.
Νωρίτερα, στο δορυφορικό συμπόσιο, υπό της προεδρεία της κυρίας Όλγας Κατσαρού Δ/ντριας του Κέντρου Αιμοδοσίας Γ.Ν.Α. «ΛΑΙΚΟ», ο Δρ. Γεώργιος Θεοδώρου, Επικεφαλής του Κέντρου Μοριακού Ελέγχου Πελοποννήσου είχε παρουσιάσει την πενταετή εμπειρία του Κέντρου από το Μοριακό έλεγχο (NAT) με τα συστήματα της Roche Diagnostics.
Τα αποτελέσματα από την ανάλυση περίπου 228.000 ασκών στο διάστημα 2008-2013 (έως σήμερα) στο ΚΜΕ Πελοποννήσου επιβεβαίωσαν την ασφάλεια του αίματος που προσφέρουν τα συστήματα της Roche, καθώς στα πέντε χρόνια δεν προέκυψε κανένα ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα, ενώ βρέθηκαν δύο θετικά αποτελέσματα Ηπατιτίδων στη φάση «παραθύρου» του ορολογικού ελέγχου, τα οποία θα είχαν διαφύγει και θα είχαν μολύνει λήπτες εάν δεν είχε εφαρμοστεί ο μοριακός έλεγχος.