Σύμφωνα με τη μελέτη που έγινε από τη Σχολή Δημόσια Υγείας, η οποία αφορούσε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χρόνια πάσχοντες με την πρόσβασή τους στη θεραπεία τους ο καθηγητής Οικονομικών της ΕΣΔΥ κ. Γιάννης Κυριόπουλος, σε διημερίδα που έγινε από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας στο ξενοδοχείο SireneBueResort στον Πόρο, επεσήμανε ότι τα στοιχεία που ανέδειξε η έρευνα δεν είναι αισιόδοξα για το μέλλον αν η πολιτεία δεν κάνει σημαντικά βήματα για τη Διαχείριση των Χρόνιων Νοσημάτων.
Το φάρμακο για τον χρόνιο ασθενή είναι «μονόδρομος». Όπως χαρακτηριστικά είναι ο κ. Κυριόπουλος και συνέχισε. Ο ασθενής μειώνει κάθε άλλη δυνατή δαπάνη σε άλλες κατηγορίες για να έχει πρόσβαση στο φάρμακο και είναι αδιαμφισβήτητη η σχέση εμπιστοσύνης με το φάρμακο το οποίο ήδη λαμβάνει και έχει ρυθμιστεί, μολονότι επωμίζεται πρόσθετο κόστος.
Το σύστημα συνταγογράφησης με βάση τη δραστική ουσία υπερθεματίζει τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο του γιατρού στη ζήτηση των υπηρεσιών υγείας, λόγω της ασυμμετρίας της πληροφόρησης μεταξύ των εταίρων. Ο γιατρός είναι το πρώτιστο και βασικό κριτήριο για την αλλαγή σκευάσματος αλλά η αύξηση των ίδιων πληρωμών από τους χρόνιους ασθενείς θέτει σημαντικά εμπόδια πρόσβασης. Παράλληλα αποτελεί καθοριστική συνιστώσα μειωμένης συμμόρφωσης και κατά συνέπεια αύξησης των ποσοστών απορρύθμισης.
Όπως, διευκρίνισε ο καθηγητής, οι χρόνοι πάσχοντες κάνουν ότι μπορούν να καλύψουν το κόστος για τη θεραπεία τους, όμως σε βάθος χρόνου αυτό δεν θα είναι εφικτό από όλους δεδομένης της οικονομικής κατάστασης και της αυξημένης οικονομικής επιβάρυνσης. Η πολιτεία όπως είπε, θα πρέπει να θέσει κριτήρια δίκαιης κατανομής των βαρών και της αποδοτικής χρήσης των πόρων. Δεν υπάρχουν κίνητρα για την προώθηση των γενοσήμων επεσήμανε συνεπώς , είναι πολύ δύσκολη η δημιουργία μιας κουλτούρας ως προς αυτά. Η διασύνδεση της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης με τα θεραπευτικά πρωτόκολλα δεν έχει ακόμα μπει σε εφαρμογή αλλά και το ποσοστό του 15% για συνταγογράφηση με brand name είναι λανθασμένη αφού για μερικές ειδικότητες όπως είναι οι παιδίατροι, οι ψυχίατροι και γιατροί που παρακολουθούν χρόνια πάσχοντες αυτή δεν μπορεί να ισχύσει.
Όσον αφορά την αντικατάσταση του σκευάσματος από το φαρμακοποιό, υπάρχει ένα σημαντικό «τυφλό» σημείο το οποίο έχει κατά καιρούς επισημάνει και η ιατρική κοινότητα και είναι, αυτό της ευθύνης σε περίπτωση λάθους. Επίσης δεν είναι λιγότερο σημαντικό το στοιχείο της πιθανής απορρύθμισης του ασθενούς σε περίπτωση αντικατάστασης με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται.
Όπως πολύ σωστά είπε ο καθηγητής, η πολιτεία δεν μπορεί να σχεδιάζει φαρμακευτική πολιτική χωρίς ωστόσο να έχει λάβει υπόψη της κοινωνικοοικονομικά κριτήρια για τις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού. Η λήψη μέτρων για μείωση της δαπάνης μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσει στην αγορά όπως για παράδειγμα η υποκατάσταση της φαρμακευτική θεραπείας με νοσοκομειακή περίθαλψη, ή ακόμα και η μετακίνηση μεγάλου χρηματικού βάρους στα νοικοκυριά κ.α.
Είναι αναγκαία λοιπόν όχι μόνο η εκπαίδευση των ασθενών αλλά και η σωστή διαχείριση των οικονομικών πόρων. Πρόταση του καθηγητή είναι επίσης η εισαγωγή των target budgets, οι κλειστοί προϋπολογισμοί ανά φαρμακολογική κατηγορία, η υποχρεωτική συνταγογράφηση με ΙΝΝ σε κάποιες κατηγορίες και η λήψη κινήτρων και αντικινήτρων από μέρους της πολιτείας προς τους συμβεβλημένους γιατρούς.
Συμμετοχή του ασθενούς στο κόστος
Ο κ. Κυριόπουλος επεσήμανε την ανάγκη διεξαγωγής πολιτικών υγείας, οι οποίες θα βασίζονται σε τεκμήρια (evidence-based health policy)
Τόνισε επίσης, την ανάγκη θέσπισης πολιτικών με μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα ανάλυσης, την αναγκαία η εισαγωγή όρων αναδιανεμητικότητας στο σύστημα υγείας και την αναθεώρηση των ποσοστών συμμετοχής και εφαρμογή με βάση σειρά κριτηρίων, ιδίως αναλόγως του εισοδήματος και αντιστρόφως ανάλογο της ανάγκης (εισαγωγή κριτηρίων κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, αλλά και κριτηρίων πάθησης).
Επίσης πρότεινε την εισαγωγή αρνητικού συνασφάλιστρου (ετήσιο όριο στην ίδια φαρμακευτική δαπάνη)και τη δημιουργία ενός κυλιόμενου" ταμείου (revolving fund) το οποίο να χρηματοδοτεί την καινοτομία και να προάγει τη δίκαιη κατανομή των χρηματοδοτικών βαρών.
Πως θα γίνετε η τιμολόγηση
Ο καθηγητής σε αυτή την περίπτωση πρότεινε σύνδεση συστήματος τιμολόγησης με σχεδιασμό πολιτικής φαρμάκου και αναπτυξιακούς στόχους της χώρας και σύνδεση συστήματος τιμολόγησης και αποζημίωσης.
Είπε επίσης ότι, χρειαζόμαστε ένα ορθολογικό σύστημα τιμολόγησης το οποίο να επιτρέπει απλούστερους υπολογισμούς και δυνατότητα επανατιμολόγησης ανά τακτά χρονικά διαστήματα και εισαγωγή συμφωνιών όγκου τιμής.
Πρότεινε τον καθορισμό τιμών ασφαλιστικής αποζημίωσης - τιμών αναφοράς, την φαρμακοοικονομική αξιολόγηση των νέων θεραπειών, τους μηχανισμοί ταχείας έγκρισης τιμής και έκδοσης σε δελτίο τιμών καινοτόμων φαρμάκων καθώς και το να υπάρχουν προϋπολογισμοί κόστους για διαγνωστικά & θεραπευτικά πρωτόκολλα, ενώ τέλος ζήτησε να υπάρχει επιλεκτική τιμολόγηση για μεγάλες ομάδες χρονίων νοσημάτων.
Τι έδειξε η έρευνα
Συγκεκριμένα βάση της έρευνας καταγράφεται μείωση κατά μ.ο. περίπου €530 στο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα, το οποίο διαμορφώνεται σε €1.115. Οι 8 στους 10 ασθενείς αντιλαμβάνονται τη μείωση αυτή ως ιδιαίτερα υψηλή και δηλώνουν ιδιαίτερα απαισιόδοξοι για το μέλλον, ενώ 8 στους 10 ασθενείς μειώνουν τις δαπάνες για στέγαση, μετακινήσεις και τηλεπικοινωνίες, ενώ 4 στους 10 επιλέγουν περικοπές στη διατροφή.
Οι 2 στους 10 μείωσαν τη δαπάνη υγείας ενώ παρατηρείται μείωση της αυτοεκτίμησης του επιπέδου υγείας κατά 6% από το 2012.
Επίσης μειώθηκαν οι επισκέψεις σε πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας 30% μεταξύ 2011 και 2013 αλλά και η δαπάνες για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας μειώθηκαν κατά 50% από το 2011.
Οι 6 στους 10 αντιμετωπίζουν οικονομικούς/εισοδηματικούς περιορισμούς στην πρόσβαση, καθώς και χρονικά εμπόδια λόγω της λίστας αναμονής, ενώ 3 στους 10 αξιολογούν αρνητικά τις δομές ΠΦΥ και τις τριτοβάθμιες δομές συγκριτικά με τρία χρόνια πριν.
Όσον αφορά τα γενόσημα ο κ. Κυριόπουλος επεσήμανε ότι τα στοιχεία της μελέτης έδειξαν ότι, η προσπάθεια προώθησης και αύξησης του μεριδίου αγοράς των γενοσήμων αποτυγχάνει, καθώς στον πλέον ενημερωμένο για το φάρμακο πληθυσμό, τους χρονίους πάσχοντες, υπάρχει ασάφεια αναφορικά με τις στάσεις και αντιλήψεις τους για τα γενόσημα.
Επίσης, μόλις 2 στους 10 χρόνιους ασθενείς έχει λάβει γενόσημο φάρμακο κατά το παρελθόν και η κύρια αιτία για να λάβει στο μέλλον είναι η υπόδειξη από τον γιατρό.
Η χώρα προέλευσης αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αναγνώριση ότι ένα γενόσημο τηρεί προδιαγραφές ασφαλείας και μπορεί να είναι αποτελεσματικό, σύμφωνα με 6 στους 10 ασθενείς.
Και αναφορικά με την ασφάλεια των γενοσήμων 4 στους 10 ασθενείς αναγνωρίζει τα γενόσημα ως ασφαλή και ποιοτικά φάρμακα.
Ως εκ τούτου, η διαμόρφωση των μεριδίων της αγοράς και η αύξηση του ποσοστού των γενοσήμων καθίσταται εφικτή μέσω της αλλαγής της συνταγογραφικής κουλτούρας των γιατρών η οποία επιτυγχάνεται με μακροχρόνιο σχεδιασμό και θέσπιση οικονομικών και άλλων κινήτρων.
Ωστόσο όσον αφορά την επιλογή του φαρμάκου οι 9 στους 10 θεωρούν το φάρμακο ιδιαιτέρως σημαντικό για τη διατήρηση του επιπέδου υγείας τους.
Οι 6 στους 10 θεωρούν την άποψη του γιατρού το πρώτο κριτήριο για την αλλαγή φαρμάκου , οι 8 στους 10 ασθενείς παρέμειναν στο φάρμακό τους, μετά την εφαρμογή της συνταγογράφησης με βάση το INN, και επωμίσθηκαν την πρόσθετη δαπάνη, περικόπτοντας κάθε άλλο δυνατό έξοδο, ενώ μόλις 1 στους 10 άλλαξε το φάρμακό του και επέλεξε αυτό που αποζημιώνει η κοινωνική ασφάλιση.
Τέλος, 6 στους 10 ασθενείς συναποφάσισαν με το γιατρό την παραμονή ή αλλαγή στο σκεύασμά τους.
Ανθή Αγγελοπούλου
Το κάπνισμα ευθύνεται για το 7,9% της συνολικής δαπάνης υγείας
Σημαντικά πορίσματα σχετικά με τα Οικονομικά του Καπνίσματος στην Ελλάδα προέκυψαν κατά τη συζήτηση που πραγματοποίησαν σήμερα στο Μέγαρο Υπατία η Εθνική Επιτροπή Ελέγχου του Καπνίσματος του Υπουργείου Υγείας, η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, το Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών Ακαδημίας Αθηνών και η Ελληνική Αντικαρκινική Εταιρεία. Συντονιστές της συζήτησης ήταν ο κ. Παναγιώτης Μπεχράκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Σχολής Δημόσιας Υγείας Πανεπιστημίου Harvard, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τον Έλεγχο του Καπνίσματος και ο κ. Γιάννης Κυριόπουλος, Καθηγητής Οικονομικών της Υγείας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, ενώ χαιρετισμό απηύθυνε η κα Χριστίνα Παπανικολάου Γενική Γραμματέας Δημόσιας Υγείας. Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης ο κ. Κώστας Αθανασάκης, Οικονομολόγος της Υγείας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, η κα Κωνσταντίνα Τσαλαπάτη, Ερευνήτρια, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας και ο κ. Γεώργιος- Φίλιππος Ταραντίλης, Ερευνητής, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας.
Βάσει ερευνών που παρουσιάστηκαν, το κάπνισμα αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα δημόσιας υγείας και μια σημαντική απειλή για την κοινωνική ευημερία διεθνώς. Χαρακτηριστικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, 4,5 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως αποδίδονται στο κάπνισμα, εκ των οποίων 650.000 καταγράφονται στην ΕΕ.
Στην Ελλάδα το κάπνισμα αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου για την υγεία του πληθυσμού, τόσο από πλευράς θνησιμότητας (17% των συνολικών θανάτων στις ηλικίες άνω των 30 ετών οφείλεται στο κάπνισμα), όσο και από πλευράς νοσηρότητας. Σύμφωνα με υπολογισμούς, το κάπνισμα ευθύνεται για το 12,9% του συνολικού φορτίου νοσηρότητας και θνησιμότητας στη χώρα, ποσοστό που ισοδυναμεί με την αθροιστική επίδραση των παραγόντων κινδύνου 5 έως 10 στη δεκάδα των κυριότερων αιτιών νοσηρότητας του ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή της κατάχρησης οινοπνεύματος, της καθιστικής ζωής, της χαμηλής κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών, των ναρκωτικών, της μη ασφαλούς γενετήσιας συμπεριφοράς και της έλλειψης σιδήρου.
Το φορτίο νοσηρότητας, καθώς και η σοβαρότητα και πολυπλοκότητα των καταστάσεων υγείας με τις οποίες σχετίζεται αιτιολογικά το κάπνισμα, έχουν ως αποτέλεσμα υψηλές ανάγκες σε (εξειδικευμένη) φροντίδα υγείας. Ως εκ τούτου, το κάπνισμα συνοδεύεται από σημαντικές δαπάνες για το σύστημα υγείας και το κοινωνικό σύνολο γενικά.
Με βάση εκτιμήσεις της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, το κάπνισμα ευθύνεται στη χώρα μας για 199.028 εισαγωγές στα Δημόσια Νοσοκομεία, αντιπροσωπεύοντας το 8,9% του συνόλου των εισαγωγών. Η συνολική δαπάνη των δημόσιων νοσοκομείων που οφείλεται στο κάπνισμα ανέρχεται σε 400.011.801€ - 554.123.300€, αντιπροσωπεύοντας το 7,7 – 10,7% του συνολικού προϋπολογισμού τους. Με βάση την αναγωγή αυτών των ποσοστών στο σύνολο της δαπάνης υγείας, εκτιμάται ότι το συνολικό άμεσο (ιατρικό) κόστος το οποίο αποδίδεται στο κάπνισμα ανέρχεται σε 1,76 δισεκατομμύρια € ετησίως, αντιπροσωπεύοντας ένα ποσοστό της τάξεως του 7,9% της συνολικής δαπάνης υγείας (με βάση μια συντηρητική εκτίμηση).
Αν στους υπολογισμούς αυτούς συμπεριληφθούν και οι έμμεσες δαπάνες (απώλειες παραγωγικότητας λόγω νοσηρότητας και θνησιμότητας), τότε η συνολική δαπάνη για την εθνική οικονομία και την κοινωνική παραγωγή εκτιμάται στα 3,27 δισεκατομμύρια € ετησίως (1,53% του ΑΕΠ, με τιμές βάσης το έτος 2011 και συντηρητικούς υπολογισμούς).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η οικονομική επιβάρυνση του καπνίσματος στην κοινωνία νομιμοποιεί και επεξηγεί την κρατική παρέμβαση. Η πολιτεία έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τα καταναλωτικά πρότυπα των καπνιστών, δεδομένου ότι η τιμή των τσιγάρων και το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών αποτελούν τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες κατανάλωσης. Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, υπολογίζεται ότι μια αύξηση της τάξεως του 10% στην τιμή των τσιγάρων θα επιφέρει μείωση στην κατανάλωση κατά 3,7%, ενώ μια αύξηση της τάξεως του 10% στο εισόδημα των καταναλωτών επιφέρει αύξηση στην κατανάλωση κατά 6,7%.
Χαρακτηριστικά, με βάση εκτιμήσεις επιστημονικής ομάδας, απαρτιζόμενης από ερευνητές του Πανεπιστημίου Harvard, της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρίας, του Πανεπιστημίου του Chicago, του Πανεπιστημίου Πειραιώς, του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών και της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, μια επιπλέον αύξηση της τάξεως των 2€ ανά πακέτο προβλέπεται ότι θα οδηγήσει σε μειωμένη κατανάλωση κατά 20% και πρόσθετα κρατικά έσοδα ύψους 1,2€ δις. Παράλληλα 330.000 ενήλικες θα κόψουν το κάπνισμα, 125.00 νέοι θα αποτραπούν από το να το ξεκινήσουν, ενώ θα αποφευχθούν 192.000 πρόωροι θάνατοι από ασθένειες σχετιζόμενες με το κάπνισμα.
Όπως δήλωσε ο κ. Μπεχράκης: «Βάσει αυτών των στοιχείων, είναι προφανές πως η παρέμβαση της πολιτείας και των υπευθύνων λήψης αποφάσεων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, καθίσταται επιβεβλημένη» ενώ κλείνοντας τη συζήτηση τόνισε ότι «μια σωστή φορολογική στρατηγική θα μπορούσε να μετατρέψει το κάπνισμα σε κύριο μοχλό επίλυσης του οικονομικού προβλήματος του ΕΟΠΥΥ».