Νέα επιστημονικά δεδομένα για τη Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση παρουσιάστηκαν στο 22ο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας (EADV), αποδεικνύουν την αποτελεσματικότητα και υπεροχή των εν του omalizumab κατά της Χρόνιας Αυθόρμητης Κνίδωσης. Τα αποτελέσματα του Omalizumab (Xolair®) στη Χρόνια Αυθόρμητη Κνίδωση μία εμμένουσα, εκφυλιστική μορφή κνησμού και χρόνιας κνίδωσης, απέδειξαν τη δυνατότητα μεταβολής της θεραπείας των ασθενών με χρόνια αυθόρμητη κνίδωση, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται ένα καθαρό δέρμα. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια σοβαρή και δυσάρεστη δερματική κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζεται από ερυθρές, διογκωμένες, κνησμώδεις και ορισμένες φορές επώδυνες δερματικές βλατίδες και πομφούς, που εμφανίζονται αυτόματα και επανεμφανίζονται για περισσότερες από έξι εβδομάδες. Υπάρχει σημαντική ανεκπλήρωτη ανάγκη στη χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, καθώς περισσότερο από το 50% των ασθενών δεν ανταποκρίνεται στις εγκεκριμένες δόσεις των αντιϊσταμινικών, τα οποία συνιστούν τη βάση της τρέχουσας συμπτωματικής θεραπείας.
Το μονοκλωνικό αντίσωμα ομαλιζουμάμπη (Xolair), ένα φάρμακο της εταιρείας Novartis το οποίο ήδη κυκλοφορεί για την αντιμετώπιση του σοβαρού αλλεργικού άσθματος, χρησιμοποιήθηκε σε μελέτες φάσης ΙΙΙ και τα αποτελέσματα είναι εξαιρετικά και αποτελούν σημαντική ελπίδα για τη βελτίωση της ζωής των ασθενών με χρόνια κνίδωση εφόσον η ομαλιζουμάμπη φαίνεται να καλύπτει ένα μεγάλο θεραπευτικό κενό, δηλαδή τις περιπτώσεις των ασθενών που δεν ανταποκρίνονται στις μεγαλύτερες δόσεις των αντιισταμινικών. Περαιτέρω ανάπτυξη των αποτελεσμάτων αυτών πραγματοποιήθηκε στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Δερματολογίας, EADV 2013, που έγινε από τις 2 έως τις 6 Οκτωβρίου στην Κωνσταντινούπολη.
Η κνίδωση (από την ελληνική λέξη "κνίδα" = τσουκνίδα), ή ουρτικάρια (urticaria) αποτελεί την πιο κλασική έκφραση της αλλεργίας στο δέρμα. Χαρακτηρίζεται από πομφούς και συνοδεύεται συνήθως από κνησμό, όμως υπάρχει πιθανότητα να συνυπάρχει καύσος ή άλγος. Στις περιπτώσεις που εκδηλώνεται για λιγότερο από 6 εβδομάδες, ορίζεται ως οξεία κνίδωση ενώ στις περιπτώσεις που οι εκδηλώσεις αυτές εμμένουν άνω των 6 εβδομάδων, χαρακτηρίζεται ως χρόνια. Βάσει επιδημιολογικών στοιχείων το 40% αυτών των ασθενών μπορεί να έχει και αγγειοοίδημα. Η κνίδωση (οξεία και χρόνια) είναι πολλή συχνή, 10% με 20% του γενικού πληθυσμού μπορεί να εμφανίσει κατά τη διάρκεια της ζωής του. Εμφανίζεται σε όλες τις ηλικίες, συνηθέστερα όμως μεταξύ 20-40 ετών και σε διπλάσια συχνότητα σε γυναίκες απ’ ό,τι σε άντρες.
Η χρόνια κνίδωση επηρεάζει σημαντικά και ποικιλοτρόπως τη ζωή των ασθενών. Ο έντονος κνησμός, η απρόβλεπτη εμφάνιση του εξανθήματος, τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια επηρεάζουν τον ύπνο, την εργασία, την κοινωνικότητα, τις προσωπικές επαφές, την ξεκούραση, την προσωπική φροντίδα και συνολικά την καθημερινότητα των ασθενών. Έχει παρατηρηθεί, βάσει μελετών, ότι η χρόνια κνίδωση επηρεάζει την ποιότητα ζωής, στοv ίδιο βαθμό που επηρεάζεται σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, οι οποίοι πρόκειται να υποβληθούν σε χειρουργείο.
Οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις λόγω της χρόνιας κνίδωσης είναι επίσης σημαντικές. Οι επισκέψεις σε γιατρούς και εξωτερικά ιατρεία, οι νοσηλείες, οι εργαστηριακές εξετάσεις, τα φάρμακα, αλλά και η απουσία από την εργασία ή η μειωμένη παραγωγικότητα λόγω της νόσου αποτελούν σημαντικές οικονομικές παραμέτρους. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω, σε μελέτη της Ευρωπαϊκή Ένωσης βρέθηκε ότι κάθε ασθενής με χρόνια κνίδωση στοιχίζει στο σύστημα υγείας κατά μέσο όρο 2.128 ευρώ ανά χρόνο. Αν θεωρήσουμε ότι στην Ελλάδα έχουμε κάθε χρόνο περίπου 50.000 με 100.000 ασθενείς (0,5-1% του γενικού πληθυσμού), το ετήσιο κόστος είναι μεταξύ 100 και 200 εκατομμυρίων ευρώ.
Η χρόνια κνίδωση διακρίνεται σε:
• Χρόνια κνίδωση από φυσικά αίτια
• Αυτόματη ή αυθόρμητη χρόνια κνίδωση
• Άλλες μορφές χρόνιας κνίδωσης
Η θεραπεία της χρόνιας αυτόματης κνίδωσης δεν είναι πάντα εύκολη. Σε ένα μεγάλο ποσοστό (>99%) δεν ανευρίσκεται κάποιο αίτιο και έτσι δεν υπάρχει η δυνατότητα της αιτιολογικής αντιμετώπισης της νόσου. Έτσι κατά κύριο λόγο η θεραπεία είναι συμπτωματική με σκοπό τον περιορισμό του εξανθήματος της χρόνιας κνίδωσης, του κνησμού και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής των ασθενών. Η διακοπή όμως των φαρμάκων οδηγεί πολλές φορές σε υποτροπή της νόσου. Η συμπτωματική θεραπεία γίνεται κατά κύριο λόγο με τη χρήση αντιϊσταμινικών νεότερης γενιάς. Οι μισοί ασθενείς, συχνά δεν ανταποκρίνονται ή ανταποκρίνονται μερικώς, με αποτέλεσμα να χρειάζονται μεγαλύτερες δόσεις αντιϊσταμινικών ή αλλαγή του αντιϊσταμινικού. Σε ανθιστάμενες μορφές, χρησιμοποιούνται και άλλα σκευάσματα, εκτός ένδειξης.
