Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014 08:59

Οριστική λύση για τη μεταμόσχευση καρδιάς

 

 

 

Οριστική λύση στο τεράστιο παγκόσμιο πρόβλημα των καρδιακών μεταμοσχεύσεων, λόγω έλλειψης μοσχευμάτων, αναμένεται να δώσει τα επόμενα χρόνια η πλήρως εμφυτεύσιμη τεχνητή καρδιά, όπως επεσήμαναν σε χθεσινή συνέντευξη τύπου ο πρόεδρος της Εταιρείας Μελέτης και Έρευνας Καρδιακής Ανεπάρκειας κ. Σταμάτης Αδαμόπουλος, ο αναπληρωτής καθηγητής καρδιολογίας Παν/μίου Αθηνών κ. Γεράσιμος Φιλιππάτος και ο συντονιστής διευθυντής καρδιολογίας στο «Ελπίς» κ. Αθανάσιος Τρίκας.

 

Σύμφωνα με τον κ. Αδαμόπουλο η πλήρως εμφυτεύσιμη τεχνητή καρδιά που πρόσφατα δοκιμάσθηκε με επιτυχία στη Γαλλία και που έχει προοπτική, σύμφωνα με τους κατασκευαστές, να διαρκέσει τουλάχιστον για πέντε χρόνια, δίνει ελπίδες για οριστική λύση στο πρόβλημα των μεταμοσχεύσεων.

Όπως διευκρίνισε ο καθηγητής, η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας με τη δημιουργία αμφικοιλιακών βηματοδοτών, απινιδιστών και της τεχνητής καρδιάς έχει βοηθήσει σημαντικά στον τομέα της καρδιακής ανεπάρκειας, η οποία ωστόσο εξακολουθεί κάθε χρόνο να σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους και από τις πιο βαριές μορφές καρκίνου!

 

Χαρακτηριστικά είπε ότι η ετήσια επιβίωση ασθενών που φέρουν συσκευές μηχανικής υποστήριξης, σαν γέφυρα για μεταμόσχευση, πλησιάζει το 90%. Ουσιαστικά δηλαδή, δεν διαφέρει από την ετήσια επιβίωση ασθενών μετά από μεταμόσχευση καρδιάς έτσι ώστε το ενδεχόμενο να υποκαταστήσουν οι τεχνητές καρδιές τη μεταμόσχευση, δίνοντας οριστική λύση στο τεράστιο πρόβλημα της έλλειψης μοσχευμάτων, δεν τοποθετείται στο μακρινό μέλλον.

 

Όπως τόνισε ο κ. Φιλιππάτος, η μεταμόσχευση καρδιάς εξακολουθεί να αποτελεί την πλέον δόκιμη θεραπεία στους ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια καθώς όχι μόνο επιμηκύνει τη ζωή (μέσος χρόνος επιβίωσης πάνω από 12 χρόνια σε ασθενείς που αν παραμείνουν με τη συμβατική θεραπεία θα έχουν μέσο χρόνο επιβίωσης λιγότερο από 12 μήνες) αλλά προσφέρει εντυπωσιακή βελτίωση στην ποιότητα ζωής, δεδομένου ότι πάνω από 50% των μεταμοσχευμένων επιστρέφουν στην εργασία τους και συνεχίζουν να εργάζονται ακόμα και πέντε χρόνια μετά τη μεταμόσχευση».

 

Σήμερα, η τεχνητή καρδιά χρησιμοποιείται είτε σαν γέφυρα για μεταμόσχευση (bridge to transplantation), “αγοράζοντας” έτσι χρόνο μέχρι την ανεύρεση του πολυπόθητου κατάλληλου μοσχεύματος (το 40% των μεταμοσχευμένων υποστηριζόταν μηχανικά πριν την μεταμόσχευση), είτε σαν τελική θεραπεία σε ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση (destination therapy) και στους οποίους πριν μερικά χρόνια τα θεραπευτικά όπλα είχαν εξαντληθεί.

Υπάρχει όμως και μία τρίτη, μικρότερη, κατηγορία ασθενών στους οποίους η “τεχνητή καρδιά” προκαλεί τέτοια βελτίωση της λειτουργίας του πάσχοντος μυοκαρδίου ώστε να καθίσταται δυνατός ο απογαλακτισμός του ασθενούς από το μηχάνημα (bridge to recovery) με αποτέλεσμα η καρδιά να είναι πλέον ικανή να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του οργανισμού για μήνες ή και για χρόνια χωρίς την ανάγκη νέας μηχανικής υποστήριξης ή μεταμόσχευσης.

 

Σύμφωνα με στοιχεία που ανέφερε ο κ. Τρίκας κάθε χρόνο οι μεταμοσχεύσεις παγκοσμίως δεν υπερβαίνουν τις 5.500-6000, όταν μόνο στις ΗΠΑ ο αριθμός των ασθενών με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια ανέρχεται με τους μετριότερους υπολογισμούς στις 300.000. Ο αριθμός ασθενών με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, κάτω των 75 χρόνων, που θα μπορούσαν να ωφεληθούν με μεταμόσχευση καρδιάς ή μηχανική υποστήριξη, ανέρχεται στις 150.000.

Λόγω, του περιορισμένου αριθμού δωρητών, η συνολική ευεργετική επίδραση της μεταμόσχευσης στην καρδιακή ανεπάρκεια κρίνεται ως «επιδημιολογικά πολύ μικρή».

Στη χώρα μας ο αριθμός των ασθενών με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, στους οποίους η συμβατική αγωγή έχει καταστεί αναποτελεσματική, ανέρχεται σε 10-20.000, ενώ ο αριθμός ασθενών με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια κάτω από των 75 χρόνων, ανέρχεται στις 5.000.

 

Ως εκ τούτου, η ανάγκη αντιμετώπισης του ολοένα αυξανόμενου αυτού πληθυσμού, πέραν της μεταμόσχευσης, είναι πλέον διεθνώς άκρως επιτακτική.

 

Τα τελευταία 15 χρόνια η χώρα μας δεν υπολείπεται, συγκρινόμενη με μεγάλα κέντρα της Ευρώπης και της Αμερικής, στην αντιμετώπιση του τελικού σταδίου καρδιακής ανεπάρκειας προσφέροντας ελπίδα σε περιπτώσεις που προ 15ετίας εθεωρούντο «χαμένες», είτε με την μορφή της μεταμόσχευσης καρδιάς, είτε με την μορφή της μηχανικής υποστήριξης.

Μάλιστα στην Ελλάδα η μεταμόσχευση καρδιάς γνωρίζει τους τελευταίους μήνες καινούρια άνθιση με την πραγματοποίηση 29 μεταμοσχεύσεων μέσα σε 20 μήνες!

 

Ωστόσο, η καρδιακή ανεπάρκεια δημιουργεί στις σύγχρονες κοινωνίες μείζον οικονομικό πρόβλημα.

Επιδημιολογικά στοιχεία από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη δείχνουν ότι ενώ η θνητότητα των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια έχει βελτιωθεί την τελευταία τριακονταετία, οι νοσηλείες των ασθενών για απορρύθμιση του συνδρόμου έχουν τριπλασιαστεί.

Η αύξηση των νοσηλειών οδηγεί στην αύξηση των δαπανών για την υγεία. Οι εισαγωγές ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια στο νοσοκομείο απορροφούν πάνω από το 2% των συνολικών δαπανών για την υγεία.

Στοιχεία από την Μεγάλη Βρετανία και την Ελλάδα δείχνουν ότι περίπου το 70-80% των δαπανών για την καρδιακή ανεπάρκεια οφείλονται στις νοσηλείες, ενώ το 10-18% στη φαρμακευτική αγωγή και ένα 10-20% στις εξωτερικές επισκέψεις των ασθενών.

Στις ΗΠΑ τα 2/3 των νοσηλειών θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί γιατί οφείλονταν σε κακή συμμόρφωση των ασθενών και σε μη ορθή τήρηση των κατευθυντήριων οδηγιών από τους γιατρούς.

Συνεπώς, η εκπαίδευση τόσο των ασθενών όσο και των ατόμων που παρέχουν υπηρεσίες υγείας είναι απαραίτητη για τη μείωση των νοσηλειών για ΚΑ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ελλάδα όπου η αύξηση της συνταγογράφησης θεραπειών όπως οι βήτα-αναστολείς από το 30% στο 80% την τελευταία δεκαετία συνετέλεσε στην μείωση της ενδονοσοκομειακής θνητότητας των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια από το 7% στο 4%.  

 

 

 

Ανθή Αγγελοπούλου