Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017 10:02

Το everolimus πήρε έγκριση για θεραπεία της επιληψίας παιδιών και ενηλίκων με σύνδρομο οζώδους σκλήρυνσης

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Novartis η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαρμάκων έδωσε έγκριση στο everolimus με τη μορφή διασπειρόμενων δισκίων ως επικουρική θεραπεία για ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω, των οποίων η ανθεκτική στη θεραπεία εστιακή επιληψία, με ή χωρίς δευτεροπαθή γενίκευση, συνδέεται με το σύνδρομο οζώδους σκλήρυνσης (ΣΟΣ).

Το everolimus είναι πλέον η πρώτη εγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή στο σύνολο των 28 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), μαζί με την Ισλανδία και τη Νορβηγία, για την αντιμετώπιση της ανθεκτικής στη θεραπεία εστιακής επιληψίας που συνδέεται με το ΣΟΣ.

Το σύνδρομο οζώδους σκλήρυνσης (ΣΟΣ) μπορεί να προκαλέσει τον σχηματισμό καλοήθων όγκων σε ζωτικά όργανα όπως ο εγκέφαλος, οι νεφροί, η καρδιά, οι πνεύμονες και το δέρμα, καθώς επίσης και επακόλουθες διαταραχές όπως επιληψία, αυτισμό, γνωσιακή βλάβη, προβλήματα συμπεριφοράς και ψυχιατρικές διαταραχές. Πολλοί άνθρωποι με ΣΟΣ εμφανίζουν ενδείξεις της νόσου από το πρώτο έτος της ζωής τους. Εντούτοις, δεδομένου ότι οι εκδηλώσεις ποικίλλουν από άτομο σε άτομο και μπορεί να αναπτυχθούν σε βάθος ετών, πολλά παιδιά δεν διαγιγνώσκονται παρά σε μεγαλύτερη ηλικία, συχνά με την εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων, δερματικών βλαβών ή άλλων σημαντικών συμπτωμάτων, όπως αναπτυξιακή υστέρηση. Δεδομένου ότι το ΣΟΣ είναι μια χρόνια πάθηση, οι πιο πρόσφατες κατευθυντήριες γραμμές επαγγελματικής διάγνωσης που εκδόθηκαν το 2012 συνιστούν την παρακολούθηση των ατόμων από ιατρό με εμπειρία στη διαταραχή ώστε να διασφαλίζεται ότι η αύξηση του όγκου ή τα νέα συμπτώματα θα αναγνωρίζονται έγκαιρα.

Όπως ανέφερε ο CEO της Novartis Oncology, Bruno Strigini, η έγκριση αυτή αποτελεί ευχάριστη εξέλιξη και ένα σημαντικό ορόσημο στην συνεχιζόμενή δέσμευση της εταιρείας για τη βελτίωση της περίθαλψης αυτών των ασθενών.

Η έγκριση του everolimus από την ΕΕ βασίστηκε σε δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας από μια βασική Μελέτη Φάσης ΙΙΙ (EXIST-3), η οποία έδειξε ότι, όταν χρησιμοποιείται ως επικουρική θεραπεία, το everolimus μειώνει σημαντικά τη συχνότητα των κρίσεων της ανθεκτικής στη θεραπεία εστιακής επιληψίας που συσχετίζεται με το ΣΟΣ, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο.

Αξιολογήθηκαν η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια έκθεσης σε δύο συγκεντρώσεις everolimus, 3-7 ng/mL (χαμηλή έκθεση) και 9-15 ng/mL (υψηλή έκθεση). Σε όλους τους ασθενείς της μελέτης, χορηγούνταν παράλληλα ένα ως τρία αντί-επιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) κατά τη διάρκεια της βασικής φάσης των δεκαοκτώ εβδομάδων. Ο νεότερος ασθενής ο οποίος είχε εγγραφεί στη μελέτη ήταν δύο ετών. Το ποσοστό ανταπόκρισης ως προς τις επιληπτικές κρίσεις (≥50% μείωση) ήταν σημαντικά υψηλότερο με τη χαμηλή έκθεση (ΧΕ) σε everolimus (28,2%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 20,3-37,3, p= 0,008) και με την υψηλή έκθεση (ΥΕ) σε everolimus (40,0%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 31,5-49,0, p<0.001) έναντι του εικονικού φαρμάκου (15,1%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 9,2-22,8). Η διάμεση ποσοστιαία μείωση σε σχέση με την αρχική τιμή στη συχνότητα κρίσεων ήταν επίσης σημαντικά υψηλότερη μεταξύ των ασθενών που είχαν τυχαιοποιηθεί στην ομάδα ΧΕ everolimus (29,3%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 18,8-41,9, p=0,003) και στην ομάδα ΥΕ everolimus (39,6%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 35,0-48,7, p<0,001) έναντι του εικονικού φαρμάκου (14,9%, διάστημα εμπιστοσύνης 95% 0,1-21,7). Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) όλων των βαθμών οποιουδήποτε αιτίου που αναφέρθηκαν κατά την κύρια φάση της μελέτης σε συχνότητες ≥ 15% στα σκέλη ΧΕ/ΥΕ everolimus περιλάμβαναν στοματίτιδα, διάρροια, ρινοφαρυγγίτιδα, λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού και πυρεξία.

Το everolimus λειτουργεί μέσω της αναστολής του στόχου της ραπαμυκίνης στα θηλαστικά (mammalian target of rapamycin - mTOR), μιας πρωτεΐνης που ρυθμίζει πολλαπλές κυτταρικές λειτουργίες. Το ΣΟΣ προκαλείται από μεταλλάξεις στα γονίδια TSC1 ή TSC2 και οδηγεί σε υπερδραστήρια σηματοδότηση του μονοπατιού mTOR που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη κυτταρική ανάπτυξη και πολλαπλασιασμό, υπερδιεγερσιμότητα των νευρώνων, ανωμαλίες στην φλοιϊκή αρχιτεκτονική και στη λειτουργία του νευρωνικού δικτύου και μειωμένη πλαστικότητα των συνάψεων. Η προκλινική έρευνα υποδεικνύει ότι η υπερβολική δραστηριότητα του mTOR ενδέχεται να επηρεάζει διάφορους μηχανισμούς γένεσης επιληπτικών κρίσεων, της σταδιακής διαδικασίας με την οποία αναπτύσσει επιληψία ο εγκέφαλος στο ΣΟΣ.

 

Ανθή Αγγελοπούλου