Η Genzyme, μια εταιρεία του ομίλου Sanofi, ανακοίνωσε τα νέα δεδομένα μαγνητικής απεικόνισης (MRI) από το κλινικό πρόγραμμα ανάπτυξης του (alemtuzumab). Στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με alemtuzumab στις δύο κλινικές μελέτες Φάσης III (τόσο ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία προηγουμένως, όσο και ασθενείς με ενεργή νόσο υπό άλλη αγωγή), τα αποτελέσματα μαγνητικής απεικόνισης (MRI) που παρατηρήθηκαν μετά από δύο έτη διατηρήθηκαν και κατά το τρίτο έτος (πρώτο έτος της μελέτης επέκτασης).
Τα δεδομένα, παρουσιάστηκαν στο 66ο Ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (American Academy of Neurology [AAN :
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του alemtuzumab είναι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (πονοκέφαλος, εξάνθημα, πυρετός, ναυτία, κόπωση, κνίδωση, αϋπνία, κνησμός, διάρροια, ρίγη, ζάλη, και ερυθρίαση), λοιμώξεις (του ανώτερου αναπνευστικού και του ουροποιητικού συστήματος), και λεμφοπενία. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως ανοσολογική θρομβοκυτταροπενία, λοιπές κυτταροπενίες, σπειραματονεφρίτιδα και θυρεοειδική νόσος) και σοβαρές λοιμώξεις ενδέχεται να παρουσιαστούν σε ασθενείς που λαμβάνουν alemtuzumab. Ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαχείρισης κινδύνου που περιλαμβάνει εκπαίδευση και παρακολούθηση θα υποστηρίξει την έγκαιρη ανίχνευση και διαχείριση των εν λόγω εντοπισμένων κινδύνων. Τα αποτελέσματα ασφάλειας από το πρώτο έτος της μελέτης επέκτασης έχουν ήδη ανακοινωθεί για ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab στις μελέτες Φάσης III CARE-MS. Δεν εντοπίστηκαν νέοι κίνδυνοι. Όπως αναφέρθηκε στο παρελθόν, σημειώθηκαν δύο θάνατοι κατά τη μελέτη επέκτασης. Ο ένας προήλθε από σήψη και ο άλλος θεωρήθηκε ατύχημα και μη σχετιζόμενος με τη θεραπεία της μελέτης.
Οι κλινικές μελέτες Φάσης III του alemtuzumab ήταν τυχαιοποιημένες μελέτες διετούς διάρκειας που σύγκριναν τη θεραπεία με alemtuzumab με την υψηλή δόση της υποδόριας ιντερφερόνης βήτα-1α σε ασθενείς με υποτροπιάζουσα διαλείπουσα ΠΣ (RRMS) που είχαν ενεργή νόσο και είτε δεν είχαν λάβει θεραπεία προηγουμένως (CARE-MS I), είτε είχαν υποτροπιάσει κατά τη διάρκεια προηγούμενης θεραπείας (CARE-MS ΙΙ). Σε αυτές τις μελέτες, οι ασθενείς στην ομάδα του alemtuzumab έλαβαν δύο συνεδρίες θεραπείας, η πρώτη χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε πέντε διαδοχικές ημέρες και η δεύτερη χορηγήθηκε σε τρεις διαδοχικές ημέρες, 12 μήνες αργότερα.
Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με alemtuzumab οι οποίοι συνέχισαν χωρίς διακοπή την παρακολούθηση και στη μελέτη επέκτασης, ήταν υποψήφιοι να λάβουν εκ νέου θεραπεία, εφόσον υπήρχαν τεκμηριωμένα στοιχεία δραστηριότητας της νόσου. Αυτή η ανάλυση περιλάμβανε 349 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με alemtuzumab από τη μελέτη CARE-MS I και 393 που έλαβαν θεραπεία με alemtuzumab από τη μελέτη CARE-MS II· 18% και 20%, αντίστοιχα, έλαβαν πρόσθετη θεραπεία. Οι απεικονίσεις μέσω μαγνητικού συντονισμού (MRI scans) λήφθηκαν κατά την έναρξη των μελετών CARE-MS, και στους 12, 24, και 36 μήνες.
Στη μελέτη CARE-MS I, το alemtuzumab υπήρξε πιο αποτελεσματικό από την ιντερφερόνη βήτα-1α στη μείωση του ποσοστού υποτροπών ανά έτος η διαφορά που παρατηρήθηκε στην επιβράδυνση της εξέλιξης της αναπηρίας δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Στη μελέτη CARE-MS II, το alemtuzumab ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματικό σε σχέση με την ιντερφερόνη βήτα-1α στη μείωση του ποσοστού υποτροπών ανά έτος, και η εξέλιξη της αναπηρίας επιβραδύνθηκε σημαντικά σε ασθενείς που έλαβαν alemtuzumab έναντι ιντερφερόνης βήτα-1α.