Η οικονομική κρίση επηρεάζει την υγεία και συμβάλλει στο δημογραφικό πρόβλημα
Με την ευκαιρία της ημέρας της Γυναίκας η Β´ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Παιδικής και Νεανικής Γυναικολογίας διοργάνωσε Συνέντευξη Τύπου, με ομιλητές τους καθηγητές Γ. Κρεατσά, Ι. Υφαντόπουλο, Δ. Μπότση και Ν. Βιτωράτο, Αν. Καθηγητή Ε. Δεληγεώρογλου, Επίκ. Καθηγητή Ν. Σαλάκο η Επίκ. Καθηγήτρια Αικ. Πολίτη, Διευθύνουσα Φ. Γιαννοπούλου και την Τομεάρχη Α. Kαραγεωργοπούλου.
Σκοπός της εκδήλωσης είναι να ενημερωθούν οι γυναίκες σχετικά με τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις και τις πρόσφατες ιατρικές οδηγίες με στόχο την επίτευξη της καλής υγείας που χρειάζονται.
Ορισμένες Ελληνίδες δεν έχουν την προληπτική ιατρική φροντίδα που χρειάζονται για να παραμείνουν υγιείς, να αποφευχθεί ή να καθυστερήσει η εμφάνιση μιας νόσου, να ζήσουν καλά και να αποδώσουν στην ζωή τους. Ωστόσο με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις απαιτείται όλες οι γυναίκες να ακολουθούν προγράμματα πρόληψης και το σύστημα υγείας της χώρας μας να καλύπτει εξετάσεις που εστιάζουν σε υπηρεσίες πρόληψης, όπως: η εξέταση κατά Παπανικολάου, η ψηφιακή μαστογραφία, κλπ. Επιπλέον με την αύξηση των Ελληνίδων που έχουν πρόσβαση στην προληπτική ιατρική φροντίδα θα μειωθεί και το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης στη χώρα μας.
Με την ευκαιρία της Ημέρας της Γυναίκας ο κ. Κρεατσάς ανακοίνωσε ότι το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο «Αρεταίειο» θα προσφέρει δωρεάν σε ανασφάλιστες και άπορες γυναίκες, γυναικολογική εξέταση, εξέταση μαστού και εξέταση κατά Παπανικολάου από το εξειδικευμένο προσωπικό της Β´ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών τη Πέμπτη και Παρασκευή 7- 8 Μαρτίου, 2013 και ώρα 09.00-13.00.
Να σημειώσουμε ότι πέρυσι πέρασαν 600 άτομα για να εξεταστούν στο ίδιο πρόγραμμα.
Αυτό ωστόσο που προκαλεί μεγάλη ανησυχία είναι ότι τα κλεισμένα ραντεβού για εξετάσεις μητέρων και παιδιών στο Αρεταίειο φτάνουν μέχρι τον Ιούλιο, γεγονός που δείχνει την εμφανή στροφή των ελλήνων στα δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα.
Παρόλα αυτά εξακολουθεί να υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό εγκύων που δεν κάνουν τακτικές εξετάσεις κατά τη διάρκεια της κύησης με αποτέλεσμα σοβαρά προβλήματα υγείας να τα ανακαλύπτουν όταν πλέον είναι πολύ αργά.
Όσον αφορά τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες οι καθηγητές τόνισαν ότι φέρουν ψυχολογική, οικονομική και ιατρική επιβάρυνση. Τα στοιχεία των παλίνδρομων κυήσεων δείχνουν αύξηση από το 2% στο 4% τα τελευταία χρόνια. Παρόλα αυτά όπως είπε ο Καθηγητής Δ. δεν παρατηρείται ανάλογη αύξηση των γεννήσεων. Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, προκύπτει ότι οι γεννήσεις στην Ελλάδα για το 2011 ήταν 106.777, εκ των οποίων 54.990 ήταν αγόρια και 51.787 κορίτσια, ενώ για το 2012 οι γεννήσεις ήταν λιγότερες κατά 10-15.000. Οι δε θάνατοι ήταν 110.729, εκ των οποίων 57.972 ήταν άνδρες και 52.757 γυναίκες. Τα παραπάνω στοιχεία συσχετίσθηκαν με την οικονομική κρίση και με τους προβληματισμούς των ζευγαριών για την δημιουργία οικογένειας στη σημερινή κοινωνία.
Tο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας ανέλυσε ο καθηγητής Ν. Βιτωράτος το οποίο σύμφωνα με τα προσωρινά αποτελέσματα της απογραφής του 2011 που ανακοίνωσε η ΕΛ.ΣΤΑΤ. στο σύνολο της χώρας απεγράφησαν 10.787.690 μόνιμοι κάτοικοι (5.303.690 άνδρες και 5.484.000 γυναίκες). Στη γενική απογραφή του 2001 είχαν καταμετρηθεί 10.164.000 άτομα ώστε να προκύπτει στη δεκαετία μείωση του πληθυσμού κατά 190.000 που όμως θεωρείται ότι είναι πενταπλάσια λαμβάνοντας επίσης υπ’ όψιν ότι ο αριθμός των αλλοδαπών το 2001 ήταν περίπου 300.000 ενώ σήμερα ξεπερνούν το 1.300.000. Η δεκαετία του 2001 – 2010 θεωρείται σύμφωνα με αυτά η χειρότερη δημογραφικά περίοδος από το 1940.
Όπως είναι γνωστό ο αριθμός των παιδιών που γεννά μία γυναίκα κατά την διάρκεια της ζωής της αποτελεί ένα σημαντικό δείκτη που ονομάζεται «δείκτης γονιμότητας». Ο δείκτης αυτός για να αντιπροσωπεύει την ομαλή αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους πρέπει να είναι πάνω από τον μαγικό αριθμό αναπαραγωγής που είναι 2,1. Στην Ελλάδα ο δείκτης γονιμότητας είναι ιδιαίτερα ανησυχητικός κυμαινόμενος γύρω στο 1,39 και για τις αμιγώς Ελληνίδες υπηκόους ίσως και κάτω από το 1 που κατατάσσει την Ελλάδα στην 199η θέση επί 220 χωρών.
Επίσης, η σύγκριση των δεικτών γεννήσεων και θανάτων στην Ελλάδα δείχνει ότι ο δείκτης θανάτων (9,3‰) σχεδόν ταυτίζεται με τον δείκτη γεννήσεων (9,8‰). Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ο αριθμός γεννήσεων ήταν 106.777 και ο αριθμός θανάτων 110.729. Από την άλλη πλευρά το προσδόκιμο επιβίωσης, (αριθμός ετών ζωής του ανθρώπου που παραμένουν σε μια ορισμένη ηλικία), στην χώρα μας παρουσιάζει αύξηση και κυμαίνεται για το γενικό πληθυσμό στο 79,78%, για τους άνδρες στο 78,02% και για τις γυναίκες στο 81,09% κατατάσσοντας την χώρα μας σε αξιόλογη σειρά μεταξύ των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών. Οι γυναίκες όπως φαίνεται ζουν τουλάχιστον 4,5 χρόνια περισσότερο από τους άνδρες. Σύμφωνα μάλιστα με τα στοιχεία μέχρι την ηλικία των 66 ετών και άνδρες και γυναίκες έχουν ομαλή και υγιή ζωή, τα προβλήματα αρχίζουν να παρουσιάζονται αμέσως μετά από αυτή την ηλικία.
Οι δείκτες δείχνουν επίσης ότι όσοι ζουν στη Δυτική και στη Νότια Ελλάδα έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής, ενώ όσοι ζουν στη Βόρεια Ελλάδα έχουν τη χειρότερη.
Επίσης η ανεργία μειώνει σημαντικά το προσδόκιμο ζωής. Σύμφωνα μάλιστα με τους δείκτες ανεργίας το 65% των ατόμων από 15-20 ετών είναι άνεργοι. Οι δε γυναίκες υστερούν σημαντικά στον τομέα εργασίας με αποτέλεσμα να γερνούν ευκολότερα και φυσικά να μην τεκνοποιούν.
Παράλληλα και άλλοι σημαντικοί για την επιβίωση του ανθρώπου δείκτες όπως η βρεφική και η περιγεννητική θνησιμότητα στη χώρα μας έχουν παρουσιάσει σημαντική μείωση και ακολουθούν τους αντίστοιχους δείκτες των προηγμένων χωρών. Η βρεφική θνησιμότητα από 29,6‰ το 1970 έχει φθάσει το 3,8‰ σήμερα και η περιγεννητική θνησιμότητα στο 6,26‰. Από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά ότι η υπογεννητικότητα στη χώρα μας σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης οδηγεί όχι μόνο στην μείωση του μεγέθους του πληθυσμού, αλλά και σε δημογραφική γήρανση, με όλα τα επακόλουθα για την κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας.
Άλλο μεγάλο θέμα αποτελεί το δημογραφικό πρόβλημα σε σχέση με την συνεχόμενη οικονομική κρίση, γεγονός που όπως επεσήμανε ο Καθηγητής Ι. Υφαντόπουλος, φαίνεται να έχει πολλές ανεπιθύμητες επιπτώσεις στην κοινωνία και ειδικότερα στις χαμηλότερες οικονομικές τάξεις, που καλούνται να επιβιώσουν σε συνθήκες αυξανόμενης φτώχειας και εξάρτησης από ένα σύστημα υγείας που αντιμετωπίζει:
1) αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας λόγω της δημογραφικής γήρανσης,
2) συνεχείς περικοπές δαπανών,
3) σημαντικές ελλείψεις σε υγειονομικό υλικό και υποδομές,
4) μείωση του προϋπολογισμού και
5) αυξανόμενη οικονομική ανασφάλεια.
Πολλές φορές στα πρόσφατα δημοσιεύματα γίνετε αναφορά στα εμφανή συμπτώματα της οικονομικής κρίσης, δηλαδή μείωση εισοδημάτων, συντάξεων, και κοινωνικών παροχών και αγνοούμε τις κρυφές και ίσως σημαντικότερες επιπτώσεις της ύφεσης, στην σωματική και ψυχική υγεία, την ευεξία, κοινωνική ενσωμάτωση, και τη γενικότερη ποιότητα ζωής των συμπολιτών μας.
Οι πρόσφατες έρευνες που εκπονούνται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αποσκοπούν στη διερεύνηση των φαινομένων αυτών που αποτελούν τις «κρυφές» και λιγότερο τεκμηριωμένες διαστάσεις της καθημερινής μας επιβίωσης που επηρεάζονται καθοριστικά από την παρατεταμένη κρίση.
Εξετάζοντας τη διαχρονική εξέλιξη των δημογραφικών δεικτών Πριν και Μετά την κρίση διαπιστώνουμε τα εξής:
1) Ο δείκτης γήρανσης του πληθυσμού αυξάνεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια της κρίσης διαμορφώνοντας μια εκθετική αύξηση στη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας,
2) Ο δείκτης γονιμότητας παραμένει σταθερός στο 1,5 για την τελευταία πενταετία
3) Οι γεννήσεις (εντός γάμου και εκτός γάμου) παρουσιάζουν μείωση κατά 3.167 νεογνά μεταξύ 2009 και 2010.
4) Η Ελλάδα έχει χάσει την πρωτεύουσα θέση που είχε στη κατάταξη των χωρών της ΕΕ για το προσδόκιμο επιβίωσης και τώρα κατέχει μια σχετικά χαμηλότερη θέση.
5) Η μείωση της απασχόλησης από 49.4% το 2008 στο 43.8% το 2011 δημιουργεί σημαντικά προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας και πλήττει ιδιαίτερα τις γυναίκες και τους νέους. 6) καταγράφονται προβλήματα άγχους και κατάθλιψης στον νεανικό πληθυσμό λόγω ανεργίας και έλλειψης ευκαιριών απασχόλησης στο άμεσο μέλλον.
Η δημογραφική γήρανση σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση επιφέρει σημαντικά προβλήματα στο σύστημα υγείας καθώς και στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι ανισότητες υγείας έχουν επιδεινωθεί πλήττοντας κυρίως τους ηλικιωμένους, τον νεανικό πληθυσμό και τις γυναίκες. Απαιτείται άμεση ορθολογική διαχείριση του κοινωνικού και υγειονομικού χρέους για την καταπολέμηση των ανισοτήτων, της φτώχειας και της κοινωνικής εξαθλίωσης.
