Στην ίδρυση Επιτροπής για την Πρόληψη του Καρκίνου Παχέος Εντέρου προχώρησε η Ελληνική Γαστρεντερολογική Κοινότητα, με συμμετοχή της Ελληνικής Γαστρεντερολογικής Εταιρείας (Ε.Γ.Ε.), της Επαγγελματικής Ένωσης Γαστρεντερολόγων Ελλάδος (ΕΠ.Ε.Γ.Ε.) και του Ελληνικού Ιδρύματος Γαστρεντερολογίας και Διατροφής (ΕΛ.Ι.ΓΑΣΤ.), με στόχο την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των Ελλήνων πολιτών για τη νόσο. Συντονιστής της Επιτροπής είναι ο Δημήτρης Γ. Καραμανώλης, Διευθυντής της Γαστρεντερολογικής Κλινικής του Ευαγγελισμού και Γεν. Γραμματέας του ΕΛ.Ι.ΓΑΣΤ.
Ο Καρκίνος Παχέος Εντέρου (Κ.Π.Ε.) είναι ο τρίτος συχνότερος και τρίτος πιο θανατηφόρος καρκίνος στον κόσμο. Ευτυχώς σύμφωνα με τον κ. Καραμανώλη η χώρα μας δεν είναι ψηλά στη λίστα κρουσμάτων της Ευρώπης παρόλα αυτά, υπάρχει μια αυξητική τάση. Μια καταγραφή που έχουμε έως το 2012 έδειξε ότι στη χώρα μας τα περιστατικά έφτασαν στις 6.000 ετησίως ενώ οι θάνατοι άγγιξαν τις 2.500.
Με κεντρικό σύνθημα «Ενημερώσου - Δράσε - Πρόλαβε τον Καρκίνο Παχέος Εντέρου – Η κολονοσκόπηση σου σώζει τη ζωή», η νεοϊδρυθείσα Επιτροπή επιδιώκει να ενημερώσει τον γενικό πληθυσμό ότι η κολονοσκόπηση σε άτομα άνω των 50 ετών είναι η λύση για την πρόληψη της νόσου και να κινητοποιήσει άνδρες και γυναίκες της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας (περισσότεροι από 4 εκατομμύρια) στη χώρα μας να εντάξουν τη συγκεκριμένη εξέταση στον τακτικό ιατρικό έλεγχό τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μία πρώτη πανελλαδική καταγραφή σε 699 περιστατικά, βρέθηκαν 266 πολύποδες και εντοπίστηκαν 16 καρκίνοι. Για τη νέα καταγραφή έχουν συσπειρωθεί 43 δημόσια νοσοκομεία με 54 γιατρούς της ειδικότητας ενώ παίρνουν μέρος και 69 ιδιώτες γιατροί.
Το κόστος αντιμετώπισης του Κ.Π.Ε. ανά ασθενή είναι ιδιαίτερα υψηλό στην Ελλάδα και ξεπερνά συνολικά (Εθνικό Σύστημα Υγείας και ιδιωτικός τομέας) τα 70.000.000 ευρώ κατ’ έτος, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο επιτακτική ανάγκη την πρόληψη της νόσου. Αντίθετα το κόστος της κολονοσκόπησης είναι εξαιρετικά χαμηλό όπως λένε οι ειδικοί, κατά συνέπεια δεν επιβαρύνει το δημόσιο σύστημα υγείας.
Όπως τόνισε ο κ. Καραμανώνλης, ένα Εθνικό πρόγραμμα δεν μπορεί να καλέσει όλο τον κόσμο να κάνει κολονοσκόπηση, αλλά να στοχεύσει στις ομάδες κινδύνου που δεν είναι άλλες από αυτές των 60-69 ετών, περίπου 120.000 άτομα.
Προς την κατεύθυνση αυτή, η Επιτροπή για την Πρόληψη του Κ.Π.Ε. σχεδιάζει σειρά ενεργειών για την ενημέρωση του κοινού, με πρώτες μια στοχευμένη έντυπη και ηλεκτρονική διαφημιστική καμπάνια και μια μεγάλη εκδήλωση στο κέντρο της Αθήνας, στο σταθμό του μετρό «Σύνταγμα», διάρκειας 3 ημερών (15, 16 & 17 Μαΐου), όπου θα γίνεται ενημέρωση από ιατρούς γαστρεντερολόγους με «ξενάγηση» σε ειδική κατασκευή-ομοίωμα εντέρου, κατά τα πρότυπα αντίστοιχων ενεργειών που έχουν διοργανωθεί με επιτυχία στο εξωτερικό.
Ανθή Αγγελοπούλου
«Το 99% των ογκολόγων ζητούν από τους ασθενείς τους να κάνουν εξέταση βιοδεικτών, ωστόσο ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών έρχονται αντιμέτωποι με το που θα κάνουν την εξέταση και πως». Αυτό ανέδειξε πρόσφατη έρευνα του Επίκουρου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Κ. Σουλιώτη, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών IPSOS Healthcare με στόχο να αναδειχθεί πόσο σημαντικό εργαλείο είναι για τον ογκολόγο η εξέταση βιοδεικτών στο μεταστατικό ασθενή προκειμένου να χορηγήσει εξατομικευμένη θεραπεία.
Στην έρευνα μετείχαν 100 ογκολόγοι από όλη την Ελλάδα με 18 ανοικτές και κλειστές ερωτήσεις και τα αποτελέσματα έδειξαν τη σημαντικότητα της διενέργειας εξέτασης βιοδεικτών RAS σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο παχέος εντέρου, καρκίνο μαστού και μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα.
Από τις απαντήσεις των γιατρών αναδείχτηκε, ότι οι εξετάσεις βιοδεικτών δεν είναι σημαντικές μόνο για την επιλογή της θεραπείας αλλά, εξοικονομούν και πόρους στο σύστημα υγείας. Ωστόσο, όπως είπαν οι γιατροί το 1/3 των ασθενών δεν μπορεί να την κάνει λόγω μη ασφαλιστικής ικανότητας. Ενώ ένα σημαντικό ποσοστό, περίπου 46%, αλλάζει θεραπεία θεωρώντας ότι δεν είναι αποτελεσματική, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει αν πρέπει να το κάνει ή όχι και αυτό γιατί δεν έχει κάνει εξέταση βιοδεικτών.
Και ενώ η έρευνα έδειξε ότι η εξέταση βιοδεικτών είναι σημαντική και ενώ συμπεριλαμβάνεται στον κανονισμό Παροχών του ΕΟΠΥΥ, παρόλα αυτά υπάρχουν ελάχιστα πιστοποιημένα Εργαστήρια σε όλη τη χώρα που την αναλαμβάνουν. Και ο λόγος είναι ότι δεν μπορεί οποιοδήποτε εργαστήριο να κάνει αυτέ στις εξετάσεις αν δεν υπάρχει έλεγχος ποιότητας γιατί είναι ευαίσθητες και ιδιαίτερες και υπάρχει κίνδυνος σοβαρής απόκλισης των τιμών των δεικτών. Όπως επεσήμανε ο Πρόεδρο της Εταιρείας Ογκολόγων Παθολόγων Ελλάδος και Διευθυντή του Τμήματος Παθολογικής Ογκολογίας του Γ.Ν. Λάρισας, Αθ. Αθανασιάδης σε όλη την Ελλάδα τα πιστοποιημένα εργαστήρια δεν ξεπερνούν τα 12. Στη Θεσσαλονίκη 1 στο Θεαγένειο, 1 στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο, 1 σε Ίδρυμα και 1 ιδιωτικό εργαστήριο, στην Αθήνα 4-5 ιδιωτικά και 1 στο Λαϊκό, στο Ηράκλειο Κρήτης στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο και στη Λάρισα 1 στο Πανεπιστημιακό νοσοκομείο.
Να σημειωθεί ότι οι εξετάσεις κοστίζουν από 50 ευρώ – 250 ευρώ και αν γίνουν σε ιδιωτικά εργαστήρια ο ασθενής θα πληρώσει 15% συμμετοχή.
Ανθή Αγγελοπούλου
Τη σύνδεση ανάπτυξης καρκίνου με το διαβήτη ανέπτυξε στην ομιλία της, κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Ογκολογικού Συνεδρίου 2013, το οποίο γίνετε στο Άμστερνταμ, η καθηγήτρια Kirstin De Bruijn, σύμφωνα με την οποία ο διαβήτης συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και του παχέος εντέρου. Οι ερευνητές έχουν πραγματοποιήσει μια μοναδική μετα-ανάλυση που αποκλείει όλες τις άλλες αιτίες θανάτου και διαπιστώθηκε όχι μόνο οι διαβητικοί ασθενείς έχουν μόνο αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και του παχέος εντέρου, αλλά έχουν και υψηλότερο κίνδυνο να πεθάνουν από αυτά.
Όπως είπε η Δρ Kirstin De Bruijn προηγούμενες μελέτες έχουν εξετάσει τη σχέση μεταξύ διαβήτη καθώς και τους πιθανούς θανάτους από αυτή, όμως δεν είχαν ποτέ εστιάσει σε συγκεκριμένους τύπους καρκίνου έτσι ώστε να τους μελετήσουν διεξοδικά. "Η μετα-ανάλυση αυτή είναι η πρώτη που συνδυάζει την εμφάνιση και το θάνατο από καρκίνο του μαστού και του παχέος εντέρου, σε άτομα με διαβήτη, ενώ εξαιρούνται όλες οι άλλες αιτίες θανάτου» όπως τόνισε.
Η Δρ. De Bruijn, διδακτορική φοιτήτρια στο Τμήμα Χειρουργικής στο Erasmus University Medical Center στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας, και οι συνεργάτες της ανέλυσαν τα αποτελέσματα από 20 μελέτες που είχαν λάβει χώρα μεταξύ του 2007 και του 2012, με τη συμμετοχή πάνω από 1,9 εκατομμύρια ασθενών με καρκίνο του μαστού ή του παχέος εντέρου καρκίνο, με ή χωρίς διαβήτη. Βρήκαν ότι οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είχαν 23% αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού και 38% αύξηση του κινδύνου θανάτου από τη νόσο σε σύγκριση με τους μη-διαβητικούς ασθενείς. Επίσης, οι διαβητικοί ασθενείς είχαν 26% αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου και 30% αυξημένο κίνδυνο να πεθάνουν από αυτό σε σύγκριση με τους μη-διαβητικούς ασθενείς.
Όπως είπε η Δρ. De Bruijn «Τα αποτελέσματα για εμφάνιση για καρκίνο του μαστού και του παχέος εντέρου σε ασθενείς με διαβήτη συνάδουν με τις άλλες μετα-αναλύσεις. Επιπλέον, αυτή η μετα-ανάλυση δείχνει ένα μεγαλύτερο κίνδυνο και μια ισχυρότερη σχέση μεταξύ διαβήτη και θανάτου από καρκίνο του μαστού και του παχέος εντέρου από ό, τι οι προηγούμενες».
«Οι ασθενείς με καρκίνο οι οποίοι είναι παχύσαρκα και διαβητικοί αποτελούν ήδη πιο ευάλωτη ομάδα ατόμων όταν πρόκειται για χειρουργική επέμβαση, καθώς έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών κατά τη διάρκεια και μετά την επέμβαση. Αν περισσότεροι παχύσαρκοι και οι διαβητικοί ασθενείς πρέπει να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση, λόγω του καρκίνου, το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης θα αυξηθεί».
«Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο αριθμός των παχύσαρκων και μετέπειτα διαβητικών ασθενών εξακολουθεί να αυξάνεται και μια αιτία για ανησυχία είναι ότι τα άτομα αυτά βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο και πεθαίνουν από αυτόν. Οι μελέτες έχουν ήδη επισημάνει τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου για τους διαβητικούς. Η δική μας μετα-ανάλυση, η οποία είναι μοναδική, δεδομένου ότι εξετάζει τους κινδύνους για καρκίνο του μαστού και τον καρκίνο του παχέος εντέρου, εκτός από όλες τις άλλες αιτίες θανάτου, παρέχει ισχυρότερα στοιχεία για τη σχέση μεταξύ διαβήτη και τον κίνδυνο ανάπτυξης και θανάτου από αυτές τις μορφές καρκίνου. Θέλουμε να κάνουμε τους ανθρώπους να έχουν επίγνωση του προβλήματος και ελπίζουμε ότι οι εκστρατείες πρόληψης όσον αφορά παχύσαρκους και διαβητικούς ασθενείς θα επικεντρωθούν στην ανάδειξη αυτού του αυξημένου κινδύνου.»
H Dr De Bruijn και οι συνεργάτες της προτίθενται να συνεχίσουν τη μελέτη, ερευνώντας ποια είναι η επίδραση άλλων παραγόντων που συνδέονται με διαβήτη όπως την αντι-διαβητική αγωγή, τη μετφορμίνη, καθώς την ινσουλίνη και η διάρκεια του διαβήτη, όσον αφορά τη σχέση τους με την εμφάνιση του καρκίνου.
«Είναι εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι οι εκστρατείες πρόληψης σχετικά με την παχυσαρκία και το διαβήτη έχουν ενταθεί και ότι, επίσης, έχουν επικεντρωθεί στα παιδιά, για να τα αποτρέψει από το να γίνουν παχύσαρκα και να ανάπτυξη ίσως αργότερα στη ζωή του καρκίνο».
Σε συνέχεια αυτής, ο καθηγητής Cornelis van de Velde, Πρόεδρος της ECCO, δήλωσε ότι με την αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη και καρκίνου του μαστού, αυτή είναι μια σημαντική ενημέρωση. Πρόσθεσε μάλιστα ότι οι μετα-αναλύσεις για το θέμα αυτό είναι μια ενδιαφέρουσα προσθήκη στη βιβλιογραφία αφού στη μελέτη αυτή αποκλείονται άλλες αιτίες θανάτου. Δεδομένου ότι τα αποτελέσματα συνάδουν με τις προηγούμενες μετα-αναλύσεις, η σημαντική αύξηση του κινδύνου καρκίνου του μαστού θα πρέπει να είναι μέρος των εκστρατειών πρόληψης.
Τόνισε επίσης, ότι μια περαιτέρω έρευνα, θα ήταν σημαντική για μελετηθούν αν άλλο πιθανοί παράγοντες κινδύνου που μπορούν να επηρεάσουν την επιβίωση, καθώς και ο πιθανός ρόλος της μετφορμίνης σε σχέση με την βελτίωση της επιβίωσης και την υποτροπή του καρκίνου».
Τέλος, ο καθηγητής Hans-Joerg Senn, επιστημονικός διευθυντής στο Ογκολογικό Κέντρο Μαστού ZeTuP, St Gallen, της Ελβετίας, δήλωσε ότι: «Το μήνυμα από το Erasmus Medical Center είναι ανησυχητικό και πολύ σημαντικό για την ιατρική κοινότητα, καθώς και για το κοινό και τους πολιτικούς . ζωής, το «Είναι καιρός» όπως είπε, «για αυξημένη και αποτελεσματικότερη πληροφόρηση και εκστρατείες πρόληψης, ιδίως στις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, όπου θερμιδική αφθονία είναι διαδεδομένη.»
Ανθή Αγγελοπούλου