Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΣΦΕΕ, Κωνσταντίνο Φρουζή, η συμβολή του φαρμάκου στη βιομηχανική δραστηριότητα και τις εξαγωγές αποτελεί ένα ισχυρό δεδομένο το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα, σε μια εποχή που η οικονομία αναζητά τους μοχλούς επανεκκίνησης.
Όπως έδειξαν τα στοιχεία της έκθεσης του Παρατηρητηρίου του ΙΟΒΕ, η ελληνική οικονομία διάνυσε το 2013 το έκτο κατά σειρά έτος ύφεσης, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να έχει υποχωρήσει κατά περίπου 1/4 (-23,3%) σε σύγκριση με το 2007. Η βαθιά ύφεση, έχει προκαλέσει σημαντικές μεταβολές στον παραγωγικό ιστό της οικονομίας, όπου σημαντικό τμήμα των επιχειρήσεων έχει διακόψει την λειτουργία του, ενώ η απασχόληση έχει μειωθεί κατά σχεδόν 20%, με ταυτόχρονη έκρηξη στον αριθμό των ανέργων.
Η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει την κατάσταση της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα άμεσα και έμμεσα, καθώς η μείωση των δαπανών που κατευθύνονταν στις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής προστασίας, συρρικνώθηκαν εξαιτίας της δημοσιονομικής προσαρμογής.
Οι παραπάνω εξελίξεις και κυρίως η ανάγκη για δημοσιονομική προσαρμογή, επηρέασαν τα τελευταία χρόνια την εξέλιξη της φαρμακευτικής δαπάνης, καθώς και τις δαπάνες για υπηρεσίες υγείας ευρύτερα.
Η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε κατά 2.2 δισεκ. ευρώ την περίοδο 2009-2012 και διαμορφώθηκε το 2013 στα 2,37 δισεκ. ευρώ, ενώ αναμένεται να μειωθεί στα 1,94 δισεκ. ευρώ το 2014. Έτσι, το 2014 η δημόσια φαρμακευτική δαπάνη αναμένεται να είναι μειωμένη κατά 60,5% σε σχέση με το 2009. Αντιστοίχως, η κατά κεφαλήν δημόσια φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε στα 214€ το 2013, από 456€ το 2009, ενώ αναμένεται περαιτέρω κάμψη το 2014, στα 183€, δαπάνη που είναι κατά 36% χαμηλότερη από τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, μείωση καταγράφηκε και στις δημόσιες δαπάνες υγείας στην Ελλάδα. Ειδικότερα, η νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη μειώθηκε κατά 49% την περίοδο 2009-2013, ενώ η εξωνοσοκομειακή δαπάνη και οι εργαστηριακές δαπάνες μειώθηκαν κατά 31% με αποτέλεσμα την αύξηση της δημόσιας ενδονοσοκομειακής δαπάνης στο 3,4% του ΑΕΠ το 2012.
Ευρύτερα, οι συνολικές δαπάνες υγείας, με βάση τα στοιχεία των Συστημάτων Λογαριασμών Υγείας (ΣΛΥ), εμφανίζονται μειωμένες το 2012 κατά -2,4 δισεκ. ευρώ, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ αντιστοιχούσαν στο 9,2% το 2012, με τον μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ να διαμορφώνεται στο 9,3%. Αντιστοίχως το 2009, οι συνολικές δαπάνες υγείας αντιστοιχούσαν στο 10% του ΑΕΠ, το οποίο όμως ήταν υψηλότερο κατά 16% συγκριτικά με το ΑΕΠ του 2012.
Το 2013 οι συνολικές πωλήσεις φαρμάκων διαμορφώθηκαν στα 5,29 δισεκ. ευρώ, μειωμένες κατά 11,3% σε σχέση με το 2012. Από το σύνολο των πωλήσεων φαρμάκων το 75% διοχετεύθηκε στις φαρμακαποθήκες και τα φαρμακεία, έναντι 82% κατά μέσο όρο την περίοδο 2003-20121, ενώ το υπόλοιπο 25% προωθήθηκε στα Νοσοκομεία και Φαρμακεία ΕΟΠΥΥ. Οι συνολικές πωλήσεις φαρμάκων κινήθηκαν ανοδικά μέχρι το 2009, ενώ το 2013 μειώθηκαν στα επίπεδα του 2005. Η μείωση των τιμών των φαρμάκων και τα υπόλοιπα μέτρα περιστολής της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής, οδήγησαν τα τελευταία έτη σε σημαντική μείωση των πωλήσεων φαρμάκων.
Στην Ελλάδα, η διείσδυση σε όγκο των προστατευμένων φαρμάκων (on-patent) βρίσκεται στο 11,6%, ποσοστό υψηλότερο σε σχέση με άλλες Ευρωπαϊκές αγορές. Αυτό οφείλεται στις χαμηλές τιμές των προϊόντων αυτών, οι οποίες διαμορφώνονται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ, λόγω του καθεστώτος τιμολόγησης. Αντίθετα, οι τιμές των γενοσήμων είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη και δεν απέχουν σημαντικά από τις τιμές των off-patent προϊόντων. Επιπρόσθετα, το μερίδιο των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων (ΜΗΣΥΦΑ), σε όρους αξίας, εμφάνισε μείωση το 2012 σε απόλυτα μεγέθη, ωστόσο το μερίδιο τους ως προς τις συνολικές πωλήσεις ενισχύθηκε στο 11,9%, έναντι 10,7% το 2011.
Η παραγωγή φαρμάκων στην Ελλάδα το 2012, σε όρους αξίας (τιμές παραγωγού), ανήλθε στα 858 εκ. ευρώ, μειωμένη σε σχέση με το 2011 κατά 5,4% περίπου. Ο κλάδος εγχώριας παραγωγής φαρμάκων παρουσιάζει αυξανόμενη συμμετοχή στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή, ενώ ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ η Ελλάδα καταλαμβάνει υψηλή θέση, όσον αφορά το μερίδιο της παραγωγής φαρμακευτικών σκευασμάτων ως προς τη συνολική βιομηχανική παραγωγή.
Το 2013 απασχολούνταν συνολικά 140.000 άτομα στο χώρο της υγείας, εκ των οποίων 13.600 άτομα, 31 ειδικοτήτων, στο στενό πυρήνα της παραγωγής φαρμάκου. Συνολικά το 2013 δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα 56 πολυεθνικές, 50 ελληνικές φαρμακευτικές επιχειρήσεις, 120 φαρμακαποθήκες, 27 συνεταιρισμοί φαρμάκων, 11.000 φαρμακεία και 26 Φαρμακεία ΕΟΠΥΥ, καθιστώντας τον κλάδο του φαρμάκου ζωτικό παράγοντα για την ανάπτυξη της Εθνικής Οικονομίας. Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος του κλάδου στη διαμόρφωση του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της χώρας,. Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές φαρμάκων το 2012 ανήλθαν στα 2,9 δισεκ. ευρώ και 964 εκ. ευρώ αντίστοιχα. Σε σχέση με το 2011, οι εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων παρουσίασαν μείωση κατά 10%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 5% με αποτέλεσμα το έλλειμμα να συρρικνωθεί κατά 16%, ενώ σε απόλυτα μεγέθη διαμορφώθηκε στα -1,9 δισεκ. ευρώ, έναντι -3,1 δισεκ. ευρώ το 2009.
Συνολικά, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ο κλάδος της φαρμακοβιομηχανίας βρίσκεται στην 1η θέση έντασης επενδύσεων ανά εργαζόμενο (επενδύσεις προς προστιθέμενη αξία), μεταξύ των κλάδων μεταποίησης στην Ελλάδα.
Στα κεφάλαια που ακολουθούν περιγράφονται οι γενικότερες μακροοικονομικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, η εξέλιξη και οι προσδιοριστικοί παράγοντες της εγχώριας ζήτησης, η διάρθρωση της προσφοράς του κλάδου και οι τάσεις του εξωτερικού εμπορίου φαρμάκων. Επιπλέον, παρουσιάζεται η χρηματοοικονομική εικόνα του κλάδου με βάση αντιπροσωπευτικό δείγμα φαρμακευτικών επιχειρήσεων, φαρμακαποθηκών και φαρμακευτικών συνεταιρισμών, ενώ παράλληλα μελετάται το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, το διεθνές περιβάλλον της φαρμακευτικής αγοράς και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα ο κλάδος.
Οικονομικό περιβάλλον
Η ελληνική οικονομία διάνυσε το 2013 το έκτο κατά σειρά έτος ύφεσης, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να έχει υποχωρήσει κατά περίπου 1/4 (-23,3%) σε σύγκριση με το 2007, το τελευταίο έτος που καταγράφηκε θετικός ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ. Η βαθιά αυτή ύφεση, έχει προκαλέσει σημαντικές μεταβολές στον παραγωγικό ιστό της οικονομίας, όπου σημαντικό τμήμα των επιχειρήσεων έχει διακόψει την λειτουργία του, ενώ η απασχόληση έχει μειωθεί κατά σχεδόν 20%, με ταυτόχρονη έκρηξη στον αριθμό των ανέργων. Η κρίση που ταλάνισε τις διεθνείς αγορές το 2007-2008 δεν φάνηκε να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την ελληνική οικονομία, καθώς η υποχώρηση που εμφάνισε την περίοδο 2008-2009 ήταν σαφώς ηπιότερη, έναντι των υπολοίπων χωρών. Ωστόσο, η διπλή κρίση χρέους που ξέσπασε το 2009-2010, όπου η Ελλάδα αναγκάστηκε να προσφύγει στον μηχανισμό στήριξης της ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ, καθώς δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει πλέον το δημόσιο χρέος της, λειτούργησε καταλυτικά στην υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεχομένως η πρώτη κρίση (διεθνής) να πυροδότησε την κρίση χρέους, καθώς τα μακροοικονομικά και δημοσιονομικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, είχαν ήδη εμφανίσει αδυναμίες. Το χαμηλό ποσοστό φορολογικών εσόδων ως προς το ΑΕΠ σε συνδυασμό με τις υψηλές δαπάνες οδήγησαν στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό το 2009.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο ήταν το είδος του παραγωγικού μοντέλου που ακολουθήθηκε και εστίαζε στην κατανάλωση και όχι στις επενδύσεις και στις εξαγωγές.
Η κατανάλωση, ιδιωτική και δημόσια, φαίνεται να ήταν η κινητήρια δύναμη στη διαμόρφωση θετικού ρυθμού του ΑΕΠ, μέχρι το 2008, ενώ η συμβολή των καθαρών εξαγωγών, δηλαδή η διαφορά εξαγωγών και εισαγωγών λειτουργούσε τα περισσότερα χρόνια ως αρνητική δύναμη, καθώς τα εμπορικά ελλείμματα αφαιρούσαν δυναμική από το τελικό προϊόν. Τέλος, οι επενδύσεις μόνο στα 4 από τα 8 έτη της περιόδου 2001-2008 είχαν θετική συνεισφορά.
Η είσοδος της ελληνικής οικονομίας σε υφεσιακή τροχιά, με την ταυτόχρονη δημοσιονομική προσαρμογή που επέβαλε μείωση των δαπανών και αύξηση της φορολογίας, οδήγησαν σε σημαντική κάμψη της δημόσιας και ιδιωτικής κατανάλωσης, που λειτούργησε αρνητικά στη διαμόρφωση του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, το ρευστό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τη ραγδαία επιδείνωση της ζήτησης, αποθάρρυνε τις επενδύσεις, με αρνητική επίσης επίδραση στη διαμόρφωση του ΑΕΠ. Οι καθαρές εξαγωγές ήταν το μόνο εθνικολογιστικό μέγεθος που λειτούργησε αντισταθμιστικά και θετικά στη μείωση του ΑΕΠ που προκάλεσαν κατανάλωση και επενδύσεις. Αυτό όμως προήλθε κυρίως από τη σημαντική κάμψη των εισαγωγών σε πρώτη φάση, ενώ το 2013 σημειώνεται και αύξηση των εξαγωγών, ενισχύοντας παραγωγικά τη θετική συμβολή των καθαρών εξαγωγών στο ΑΕΠ.
Η παρατεταμένη ύφεση έχει προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στην απασχόληση, στην ελληνική οικονομία, η οποία έχει συρρικνωθεί στα 3,96 εκ. εργαζόμενους, έναντι 4,87 εκ. το 2009, ενώ ο πληθωρισμός έγινε αρνητικός το 2013, υποδηλώνοντας την ένταση της μειούμενης οικονομικής δραστηριότητας.
Δημογραφικές Τάσεις και Προφίλ Υγείας των Ελλήνων
Η γήρανση του πληθυσμού οφείλεται στη μείωση του ποσοστού γεννητικότητας και τη διαρκή αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης. Πολλές χώρες, έρχονται αντιμέτωπες με το γεγονός ότι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη δημογραφική τους ηλικιακή ομάδα είναι εκείνη των άνω των 80 ετών. Επιπλέον, η τάση αύξησης του προσδόκιμου ζωής, που παρατηρείται τον τελευταίο αιώνα, αναμένεται να συνεχιστεί. Φυσικά, κάθε δημογραφική αλλαγή φέρνει μαζί της κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις, κυρίως για τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης. Έτσι, η γήρανση του πληθυσμού, η οποία στην Ελλάδα είναι εντονότατη και συνυπάρχει με τα πολύ χαμηλά ποσοστά γεννητικότητας, συνοδεύεται αναπόφευκτα και από τις πρόσθετες απαιτήσεις και τις πιέσεις που επιφέρει σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.
Τα πληθυσμιακά – δημογραφικά δεδομένα επηρεάζουν την εξέλιξη της φαρμακευτικής δαπάνης, καθώς μεταβάλλουν τη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας ευρύτερα. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής λόγω της προόδου της ιατρικής επιστήμης, αλλά και η ανάπτυξη καινοτόμων φαρμακευτικών αγωγών, ερμηνεύουν σε σημαντικό βαθμό την τάση αύξησης της φαρμακευτικής δαπάνης. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, το προσδόκιμο επιβίωσης κατά τη γέννηση αυξήθηκε κατά σχεδόν 10,1 χρόνια μέσα σε διάστημα 45 ετών (από το 1965 έως το 2010). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μελέτη2 του καθηγητή Lichtenberg, η φαρμακευτική καινοτομία αύξησε το προσδόκιμο ζωής κατά 0,87 χρόνια την περίοδο 1995 -2010, ενώ παράλληλα βοήθησε την μείωση των ημερών νοσηλείας, με μέσο ετήσιο ρυθμό 2.2% κατά την περίοδο 2000-2008.
Ο συνολικός πληθυσμός της Ελλάδας δεν αναμένεται να καταγράψει σημαντικές μεταβολές μέχρι το 2050 (Διάγραμμα 3), όμως η αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης σε συνδυασμό με την αναμενόμενη αύξηση του πληθυσμού των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, καθώς και του πληθυσμού των ατόμων άνω των 80 (Διάγραμμα 4), τα οποία τυπικά χρησιμοποιούν περισσότερο τις υπηρεσίες υγείας, θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στις δαπάνες υγείας στο μέλλον, δημιουργώντας συγχρόνως σοβαρές πιέσεις στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ και με βάση την υφιστάμενη δυναμική μεταβολής του πληθυσμού, το ποσοστό του πληθυσμού με ηλικία άνω των 65 ετών στην Ελλάδα πρόκειται να αυξηθεί από 19,1% το 2010 στο 32,5% το 2050. Ομοίως, το ποσοστό του πληθυσμού με ηλικία άνω των 80 ετών εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 10,5% το 2050 από 4,8% το 2010, δηλαδή 1 στους 10. Τα ποσοστά για την κατηγορία άνω των 80 ετών βρίσκονται κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ-27, ωστόσο για την κατηγορία άνω των 65 ετών τα ποσοστά για την ΕΕ-27 είναι χαμηλότερα (17% 2010, 28% 2050).
Η μελέτη εκπονήθηκε από τον καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Columbia, κ. Frank Lichtenberg, στα πλαίσια ανεξάρτητου ερευνητικού προγράμματος που χρηματοδοτήθηκε από την MSD Ελλάδος και παρουσιάστηκε στο 9ο Πανελλήνιο Συνέδριο για τη Διοίκηση, τα Οικονομικά και τις Πολιτικές της Υγείας που διοργανώνει η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας.
