Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017 12:37

Γιάννης Στουρνάρας: Ο κλάδος των φαρμάκων αποτελεί σημαντικό κλάδο της οικονομίας

Τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, καθώς και ορισμένες προτάσεις για την περαιτέρω ενίσχυση του ήδη σημαντικού ρόλου που διαδραματίζει ο φαρμακευτικός κλάδος στην πορεία μετάβασης της ελληνικής οικονομίας προς ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο παρουσίασε χθες ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος,

κ. Γιάννης Στουρνάρας, στην εκδήλωση του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ).

 

Ο φαρμακευτικός κλάδος στην Ελλάδα

Όπως είπε, στην Ελλάδα, το 60% των δαπανών για την υγεία χρηματοδοτείται από τη γενική κυβέρνηση και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης (περίπου 5% του ΑΕΠ). Η συνολική δαπάνη υγείας, ως ποσοστό του ΑΕΠ, παραμένει κάτω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ. Το 2015, η συνολική ιδιωτική και δημόσια δαπάνη για την υγεία ήταν περίπου 14,4 δισεκ. ευρώ (8,2% του ΑΕΠ). Σε σύγκριση με το 2009, αυτό αντιπροσωπεύει μία πτώση πάνω από 35%, τη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η φαρμακευτική δαπάνη, μαζί με τα άλλα ιατρικά προϊόντα, υπέστησαν τη μεγαλύτερη μείωση σε σχέση με τις υπόλοιπες δαπάνες υγείας την περίοδο 2009-2014. Η συνολική μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης ήταν αποτέλεσμα κυρίως θεσμικών παρεμβάσεων, όπως αλλαγές στην τιμολόγηση, αύξηση των επιστροφών –rebates- στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, μείωση των ρυθμιζόμενων περιθωρίων κέρδους στη χονδρική και λιανική διάθεση των φαρμάκων, μείωση συντελεστών ΦΠΑ στα φάρμακα κ.λπ.

Η αγορά φαρμάκου, αν και υποσύνολο των συνολικών δαπανών υγείας, αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα του τομέα υγείας. Η φαρμακευτική δαπάνη έφτασε στο πιο υψηλό ποσοστό το 2011 (34,8% της συνολικής δαπάνης για την υγεία) και από τότε βρίσκεται σε πτωτική τάση, καταλαμβάνοντας το 28,4% της συνολικής δαπάνης για την υγεία το 2014. Από το 2012 και έπειτα, η μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης είναι τέτοια που δεν επιτρέπει την κάλυψη των αναγκών των ασθενών από το κράτος, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη μετατόπιση κάλυψης των αναγκών στον ιδιωτικό τομέα. Αν και ο μέσος όρος μηνιαίας δαπάνης ανά νοικοκυριό για την υγεία το 2014 παρουσίασε μείωση κατά 21% σε απόλυτα μεγέθη σε σχέση με το 2009, το ποσοστό των δαπανών αυτών στο σύνολο των δαπανών του νοικοκυριού είναι υψηλότερο από το 2009, αντανακλώντας τόσο τη μειωμένη αγοραστική αξία των νοικοκυριών όσο και την αυξημένη συμμετοχή των ασθενών στη δαπάνη του φαρμάκου.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, τα πληθυσμιακά –δημογραφικά δεδομένα επηρεάζουν την εξέλιξη της φαρμακευτικής δαπάνης, καθώς μεταβάλλουν τη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, λόγω της προόδου της ιατρικής επιστήμης, αλλά και η ανάπτυξη καινοτόμων φαρμακευτικών αγωγών, ερμηνεύουν σε μεγάλο βαθμό τη μακροχρόνια τάση ανάπτυξης της φαρμακευτικής δαπάνης. Στην Ελλάδα, όπου το προσδόκιμο ζωής είναι υψηλότερο του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ, παρατηρείται συνεχής αύξηση του δείκτη προσδόκιμου ζωής από το 1960 έως το 2010, η οποία σε επίπεδο συνολικού πληθυσμού φτάνει περίπου τα 9 έτη. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την αναμενόμενη αύξηση του ποσοστού πληθυσμού των ατόμων ηλικίας άνω των 65 ετών, θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στις δαπάνες υγείας και στην εξέλιξη της φαρμακευτικής δαπάνης στο μέλλον, ασκώντας σοβαρές πιέσεις στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η παραγωγή και η διάθεση των φαρμάκων

Η εγχώρια αγορά φαρμάκου παρουσιάζει χαμηλή συγκέντρωση, χωρίς κάποια ιδιαίτερη τάση μεταβολής τα τελευταία χρόνια. Οι δέκα μεγαλύτερες, με κριτήριο τις πωλήσεις, φαρμακευτικές εταιρίες συγκεντρώνουν πάνω από το 50% της αγοράς. Υψηλότερο βαθμό συγκέντρωσης παρουσιάζουν οι φαρμακαποθήκες και οι φαρμακευτικοί συνεταιρισμοί.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της τρίτης εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ, ο κλάδος των φαρμάκων αποτελεί έναν από τους πλέον ρυθμιζόμενους υποκλάδους τόσο της παραγωγής όσο και της μεταποίησης. Για λόγους προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, πολιτικής υγείας αλλά και των δημοσιονομικών δεσμεύσεων για την περιστολή της κρατικής φαρμακευτικής δαπάνης, η 3η εργαλειοθήκη δεν εξέτασε τα προβλήματα του κλάδου, που απορρέουν από τις διατάξεις για τη συνταγογράφηση, τη διεξαγωγή των κλινικών μελετών, τους διαγωνισμούς δημόσιας υγείας, τη διαδικασία τιμολόγησης των συνταγογραφούμενων φαρμάκων και της ασφαλιστικής τιμής και αποζημίωσης των φαρμακευτικών προϊόντων, παρόλο που από τους παράγοντες της αγοράς αναγνωρίστηκε ότι αποτελούν βασικές παραμέτρους, που ορίζουν το επίπεδο, το είδος και την ένταση του ανταγωνισμού, μεταξύ των δραστηριοποιούμενων επιχειρήσεων στον κλάδο. Ωστόσο, διατυπώθηκαν σημαντικότατες συστάσεις, που αναμένεται να επηρεάσουν καταλυτικά την αγορά του φαρμάκου στη χώρα.

Ο κλάδος φαρμάκων στην Ελλάδα αποτέλεσε τη δεκαετία του 2000 έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της εγχώριας μεταποίησης, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική βιομηχανία συνολικά ακολουθούσε φθίνουσα πορεία. Αν και η οικονομική κρίση ανέκοψε τη δυναμική πορεία του κλάδου, οι απώλειες ήταν περιορισμένες σε σχέση με το σύνολο της μεταποίησης. Σύμφωνα με την Eurostat, η παραγωγή φαρμάκου στην Ελλάδα σε όρους αξίας ανήλθε στα 1,37 δισεκ. ευρώ το 2015, αυξημένη σε σχέση με το 2014 (1,29 δισεκ. ευρώ) κατά 6,2%. Η προστιθέμενη αξία του κλάδου σταθεροποιείται κοντά στο 4% της μεταποίησης, μετά από μία κάμψη το 2012.

Σε σύγκριση με τους υπόλοιπους κλάδους της βιομηχανίας ο κλάδος, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, κατατάσσεται στην 10η θέση, μεταξύ των 24 κλάδων της μεταποίησης για το 2014. Αναλύοντας τα στοιχεία του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής αποτυπώνεται η εξέλιξη της παραγωγής του κλάδου μέχρι και το 2016. Ο δείκτης της μεταποίησης, που αφορά στην Παραγωγή Φαρμακευτικών προϊόντων στην Ελλάδα, κατέγραψε πτώση το 2014, η οποία όμως αναπληρώθηκε το 2015 και το 2016, παρουσιάζοντας έτσι έναν υψηλό μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου για την περίοδο 2010-2016 (9,9%). Το πρώτο εννεάμηνο του 2016, σύμφωνα με την Eurostat, περίπου 17,1 χιλ. εργαζόμενοι απασχολήθηκαν στους κλάδους παραγωγής βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων, καθιστώντας τον τομέα της φαρμακοβιομηχανίας ένα ζωτικό και υποστηρικτικό παράγοντα της απασχόλησης, σε μία ιδιαιτέρως δυσμενή συγκυρία για την ελληνική οικονομία.

Ο ρόλος του φαρμακευτικού κλάδου, στη διαμόρφωση του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της χώρας, είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές φαρμάκων το 2016 ανήλθαν σε 3,42 δισεκ. ευρώ και 1,85 δισεκ. ευρώ αντιστοίχως. Σε σχέση με το 2015, οι εισαγωγές φαρμακευτικών προϊόντων παρουσίασαν αύξηση κατά 6,3%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,2%, με αποτέλεσμα το έλλειμμα να αυξηθεί κατά 1,3%, ενώ, σε απόλυτα μεγέθη, διαμορφώθηκε στα 1,57 δισεκ. ευρώ, έναντι 1,39 δισεκ. ευρώ το 2015. Από το σύνολο των εισαγωγών φαρμάκων στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του 2016, το 86,2% προέρχεται από τις χώρες της ΕΕ και το 74% από τις χώρες της ευρωζώνης.

Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στις εξαγωγές, με το 85% των ελληνικών εξαγωγών φαρμάκων να κατευθύνεται στην ΕΕ και το 60,8% στη ζώνη του ευρώ. Οι 10 πρώτοι προορισμοί των ελληνικών εξαγωγών φαρμάκων αφορούν αποκλειστικά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κυριότερος προορισμός είναι η Γερμανία, σε μεγάλη απόσταση από το Ηνωμένο Βασίλειο που ακολουθεί στη δεύτερη θέση. Τέλος, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές φαρμάκων βρίσκονται σταθερά μέσα στην πρώτη πεντάδα των κλάδων με τις υψηλότερες εξαγωγές.

Η φαρμακοβιομηχανία στην Ευρώπη αποτελεί κλάδο υψηλής τεχνολογίας

Σύμφωνα με τη Στατιστική Ταξινόμηση Επαγγελμάτων, στον κλάδο της παραγωγής φαρμάκων παρατηρείται ότι το 60% περίπου των απασχολουμένων είναι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, γεγονός που δείχνει την υψηλή εκπαιδευτική κατάρτιση στον κλάδο. Οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες αναπτύσσουν τεχνογνωσία και παράγουν επώνυμα ελληνικά φάρμακα, κυρίως γενόσημα με εμπορική ονομασία (branded-generics), αλλά και πρωτότυπα. Την τελευταία δεκαετία, οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες έχουν πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας και σε συστήματα ελέγχου της ποιότητας της παραγωγικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα την ανταγωνιστική παρουσία τους, τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στις αγορές του εξωτερικού.

Με βάση εκτιμήσεις του ΕΟΦ, για το 2014 δαπανήθηκαν 100-120 εκατ. ευρώ για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης στον κλάδο του φαρμάκου. Επίσης, το 2011-2012 το μερίδιο στις πατέντες φαρμάκου στην Ελλάδα ήταν 7%, σε σχέση με 4% που ήταν στην Ευρώπη (EuropeanPatentOffice). Είναι λοιπόν φανερό ότι σε μία χώρα, που, όπως ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως, παρουσιάζει γενικώς υστερήσεις σε θέματα έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας, ο τομέας του φαρμάκου αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης στον χώρο αυτό. Επομένως, η ανάπτυξη πολιτικών διασύνδεσης ερευνητικών φορέων, πανεπιστημίων και ιδιωτικού τομέα στο πλαίσιο του άρθρου 22 του αναπτυξιακού νόμου 4146/2013 αναφορικά με την ενίσχυση συνεργασιών δικτύωσης, πρέπει να αποτελεί στρατηγικό στόχο.

Ο κλάδος των φαρμάκων αποτελεί σημαντικό κλάδο της οικονομίας με πλεονεκτήματα αλλά και με αδυναμίες, που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν

Βασική προϋπόθεση είναι η συνεργασία της φαρμακευτικής βιομηχανίας με το κράτος, για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου στήριξης της επιχειρηματικότητας και την προσέλκυση νέων επενδύσεων στον κλάδο. Στόχος είναι η Ελλάδα να αναδειχθεί σε κέντρο διεξαγωγής κλινικών μελετών και σε βασικό προορισμό ιατρικών συνεδρίων και ιατρικού τουρισμού. Οι κλινικές μελέτες, ως ένας τομέας στρατηγικής ανάπτυξης, είναι σε θέση να προσφέρουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην ελληνική οικονομία, συμβάλλοντας στην απασχόληση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας στο μέλλον. Επίσης, η συνεργασία της φαρμακοβιομηχανίας, του κράτους και της ακαδημαϊκής και ερευνητικής κοινότητας είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευση των ευκαιριών που προσφέρει ο ταχύτατα αναπτυσσόμενος κλάδος της ψηφιακής υγείας.

Η θεσμοθέτηση ενός απλούστερου και λειτουργικότερου πλαισίου διασύνδεσης της ελληνικής φαρμακευτικής βιομηχανίας με ακαδημαϊκά ιδρύματα, όπως και η δημιουργία των προϋποθέσεων για την από κοινού με την πανεπιστημιακή και ερευνητική κοινότητα διεκδίκηση ερευνητικών πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορεί να απελευθερώσει περαιτέρω τις αναπτυξιακές προοπτικές του κλάδου.

Είναι λοιπόν προφανές, όπως είπε, ότι η φαρμακευτική βιομηχανία διαθέτει χαρακτηριστικά δυναμικού κλάδου για την ελληνική οικονομία και θα μπορούσε να συνεισφέρει ακόμα περισσότερο στο νέο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας. Το νέο αναπτυξιακό πρότυπο στοχεύει στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των εγχώριων επιχειρήσεων, για την οποία απαιτείται περαιτέρω ενίσχυση της διαδικασίας μεταστροφής από κλάδους διεθνώς μη ανταγωνιστικούς σε κλάδους διεθνώς ανταγωνιστικούς, στον πρωτογενή, στον δευτερογενή και στον τριτογενή τομέα. Ο εγχώριος φαρμακευτικός κλάδος μπορεί να συμμετάσχει τόσο άμεσα όσο και έμμεσα (υποστηρικτικά) σε αυτές τις δραστηριότητες. Ιδιαιτέρως μάλιστα εάν οριστεί ένα επαρκές και λειτουργικό πλαίσιο διασύνδεσης και συνεργασίας των παραγωγικών φορέων, με στόχο την εκατέρωθεν βελτιστοποίηση των προϊόντων και υπηρεσιών που μπορούν να παρέχουν ως εξαγώγιμο προϊόν. Οι δείκτες εξαγωγών και παραγωγής καταδεικνύουν μια σημαντικότατη συνεισφορά στην ανάπτυξη της χώρας τη δεκαετία του 2000, η οποία διατηρήθηκε υψηλή, ακόμα και όταν η οικονομική κρίση έπληττε άλλους σημαντικούς κλάδους της εθνικής οικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, και στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον, η ανάγκη να ενισχυθούν οι κλάδοι της παραγωγικής οικονομίας, που συμβάλλουν διαχρονικά και καθοριστικά στην ανάπτυξη, είναι όχι μόνο αυτονόητη αλλά και πρωτεύουσα.

 

Ανθή Αγγελοπούλου

 

 

 

Παρακαλώ εισάγεται το όνομα χρήστη και τον κωδικό που σας έχουν δοθεί. Προσοχή! Η σύνδεση σε "κλειδωμένες" ενότητες του portal απευθύνεται αποκλειστικά σε επαγγελματίες υγείας και μόνο.