Για να αναπτυχθεί ένα οικοσύστημα που θα ενθαρρύνει και θα προάγει αποτελεσματικά την έρευνα, τη δημιουργία καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών, την υιοθέτηση καινοτομικών διαδικασιών, την ευρεία εφαρμογή προηγμένων τεχνολογιών και την ποιοτική βελτίωση της επιχειρηματικότητας, είναι απαραίτητες διάφορες ενέργειες που συμπεριλαμβάνουν:
- Την εξάλειψη των εμποδίων που δημιουργούνται από πολύπλοκες και άκαμπτες κανονιστικές ρυθμίσεις, την αναποτελεσματική γραφειοκρατία, την υπερβολική προστασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, την εσφαλμένη κατανομή των επιδοτήσεων και τον πολύπλοκο φορολογικό κώδικα
- Την αύξηση των δαπανών τόσο του κράτους όσο και των επιχειρήσεων για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D), οι οποίες είναι απογοητευτικά χαμηλές, συγκριτικά με άλλες χώρες
- Τη βελτίωση του τρόπου διοίκησης και της ποιότητας των επιστημονικών ερευνητικών ιδρυμάτων
- Την αναβάθμιση και αύξηση του εύρους της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης
- Την επέκταση και ενίσχυση της συνεργασίας των πανεπιστημίων, των ερευνητικών κέντρων και των επιχειρήσεων και
- Και την παροχή περισσότερων και νέων μορφών χρηματοδότησης και ευρύτερης στήριξης σε νεοφυείς και, γενικότερα, καινοτόμες επιχειρήσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους.
Αυτά τόνισε στην ομιλία του Διεθνής Ανταγωνιστικότητα και Βιώσιμη Ανάπτυξη: Ο Ρόλος της Έρευνας και της Καινοτομίας ο. κ. Λουκάς Παπαδήμος με αφορμή την Επιστημονική Εκδήλωση στην Ακαδημία Αθηνών για την Ανταγωνιστικότητα και την Ανάπτυξη.
Όπως είπε ο κ. Παπαδήμος, δυστυχώς, η χώρα μας γενικώς υστερεί συγκριτικά με άλλες αναπτυγμένες οικονομίες και στην εφαρμογή και την διάχυση των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας. Υπάρχουν, ευτυχώς, αρκετές λαμπρές εξαιρέσεις και σχετικές πρωτοβουλίες, αλλά δεν επαρκούν για να ανατρέψουν τη γενικότερη κατάσταση. Στη σύγχρονη εποχή, όταν η οικονομία της γνώσης και της ραγδαίας τεχνολογικής προόδου διαμορφώνουν μια νέα βιομηχανική επανάσταση, η σημερινή σχετική θέση της Ελλάδος στους τομείς της έρευνας, της ανώτατης εκπαίδευσης και των άλλων συντελεστών της καινοτομίας δεν εμπνέει αισιοδοξία για τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Συνεπώς η ανάγκη για ουσιώδη και ταχεία ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ελλάδος είναι τεράστια. Ταυτόχρονα, όμως, η δυνατότητα της χώρας μας να επιτύχει αυτό το στόχο είναι μεγάλη, όπως τόνισε για το λόγο αυτό και δεν είναι απαισιόδοξος ως προς τις δυνατότητες. Τόσο το κράτος όσο και ο ιδιωτικός τομέας έχουν ισχυρά κίνητρα για ένα μεγάλο άλμα που θα συντελέσει στη δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας. Ειδικότερα, όσον αφορά την ενίσχυση της καινοτομίας, μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι επειδή έχουμε το ανθρώπινο κεφάλαιο, έχουν θεσμοθετηθεί νομοθετικές ρυθμίσεις και υπάρχουν κρατικά και ευρωπαϊκά προγράμματα, ενώ αναπτύσσονται διάφορες πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα που αποσκοπούν και συμβάλλουν στην ενίσχυση της έρευνας, της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.
Οι δραστηριότητες στις οποίες πρέπει να εστιάσει η Ελλάδα σύμφωνα με τον κ. Παπαδήμο, περιλαμβάνουν τη συστηματική συνεργασία μεταξύ ελληνικών και ξένων ερευνητικών κέντρων σε συγκεκριμένα θέματα στα σημερινά σύνορα της γνώσης, που θα συντελέσουν στη "μεταφορά τεχνολογίας" στην Ελλάδα. Επίσης, τη μεταπτυχιακή εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση σε θέματα που αφορούν τη διαδικασία της καινοτομίας, την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, και τη βελτίωση της ποιότητας της επιχειρηματικότητας. Ενώ, είναι απαραίτητη η στενή συνεργασία ελληνικών ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων με ξένα πανεπιστήμια που δίνουν έμφαση στην καινοτομία καθώς και την αξιοποίηση της τεχνολογικής προόδου και των αποτελεσμάτων της έρευνας για την παραγωγή καινοτομικών αγαθών και υπηρεσιών.
Τέλος, είναι πολύ σημαντικές δραστηριότητες που θα ενθαρρύνουν τη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων (start-ups), ιδίως για την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και των τεχνολογικών επιτευγμάτων, και θα στηρίξουν τη βιώσιμη ανάπτυξή τους πέρα από το αρχικό στάδιο σχεδιασμού και παραγωγής νέων προϊόντων.
Ωστόσο, όπως ανέφερε ο κ. Παπαδήμος, σύμφωνα με τους βασικούς διαθέσιμους δείκτες μέτρησης της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Ο Δείκτης Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας για το 2017, που καταρτίζεται από το World Economic Forum, κατατάσσει την Ελλάδα στην 87η θέση μεταξύ των 137 χωρών που αξιολογούνται, και στην τελευταία θέση μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γειτονικές χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Τουρκία, η Σερβία, η Αλβανία και η Κροατία έχουν υψηλότερη κατάταξη ανταγωνιστικότητας.
Εξίσου απογοητευτική, αν και ελαφρώς καλύτερη, είναι η κατάταξη της Ελλάδος σύμφωνα με το Δείκτη Καινοτομίας του World Economic Forum, όπου βρίσκεται στην 75η θέση, μεταξύ των 137 χωρών, αλλά και πάλι στην τελευταία θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Αυτή η κατάταξη αντανακλά τις εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις στην ικανότητα της χώρας μας να καινοτομεί (85η), στη δαπάνη των επιχειρήσεων για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) (87η), στη συνεργασία πανεπιστημίων και επιχειρήσεων στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) (129η) και στη ποιότητα της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης (106η), παρά το θετικό γεγονός ότι η αξιολόγηση της χώρας μας είναι πολύ ικανοποιητική, ή σχετικά καλή, όσον αφορά τη διαθεσιμότητα επιστημόνων και μηχανικών (10η), τον αριθμό των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (που χορηγούνται βάσει των διαδικασιών της διεθνούς Συνθήκης Συνεργασίας για το θέμα) (37η), την ποιότητα των επιστημονικών ερευνητικών ινστιτούτων (65η) και την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης στα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες (53η).
Τα αποτελέσματα αυτά βασίζονται, όπως είπε, στους δείκτες ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας του World Economic Forum, που είναι ο πιο γνωστοί και ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή. Ορισμένοι αναλυτές και ερευνητές έχουν εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με τον τρόπο κατάρτισης, την αξιοπιστία και τη χρησιμότητα δεικτών, όπως είναι αυτός που καταρτίζει το World Economic Forum, επειδή εν μέρει βασίζονται σε έρευνες γνώμης. Όμως, και άλλοι δείκτες της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, όπως o Global Innovation Index του Γαλλικού Ινστιτούτου INSEAD, το Innovation Union Scoreboard που καταρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το IMD World Competitiveness Ranking του International Institute for Management Development της Ελβετίας, οδηγούν σε παρόμοια συμπεράσματα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και την ικανότητα της χώρας να καινοτομεί.
Διαχρονικά, ο δείκτης ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας και ο δείκτης καινοτομίας διατηρήθηκαν γενικά σε πολύ χαμηλά επίπεδα τη δεκαετία από το 2007 έως το 2016. Παρατηρούνται, ωστόσο, ορισμένες μικρές, αλλά ενδιαφέρουσες, διακυμάνσεις. Η ανταγωνιστικότητα της χώρας εμφάνισε μείωση για 4 συνεχή έτη (από το 2008 έως το 2012), αύξηση το 2013 και το 2014 και υποχώρηση πάλι τη διετία 2015-2016. Στην ίδια δεκαετία, ο δείκτης καινοτομίας παρουσίασε διαφορετική διακύμανση: υποχώρησε κατά τα τρία χρόνια πριν από την εκδήλωση της κρίσης και άρχισε να αυξάνεται βαθμιαία από το 2011 έως το 2016.
Η ανταγωνιστικότητα της χώρας μας είναι η χαμηλότερη μεταξύ όλων των χωρών της ΕΕ, σημείωσε ο κ. Παπαδήμος αλλά έχει ενδιαφέρον η διαχρονική της εξέλιξη την τελευταία δεκαετία, ιδιαίτερα την περίοδο της κρίσης, σε σύγκριση με την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας των κρατών που εφάρμοσαν προγράμματα οικονομικής προσαρμογής (της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Κύπρου), καθώς και της Ισπανίας και Ιταλίας. Η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδος ήταν συνεχώς σημαντικά χαμηλότερη από ό,τι στις άλλες χώρες. Επιπλέον, όπως είπε, η περιορισμένη συνολική βελτίωση τα προηγούμενα 5 χρόνια ήταν αισθητά μικρότερη από αυτή που επιτεύχθηκε σε άλλες χώρες, ιδίως στην Ιρλανδία, όπου η άνοδος της ανταγωνιστικότητας, αλλά και της καινοτομίας, είναι εντυπωσιακή και την οποία χαρακτήρισε «Λαμπρό παράδειγμα προς μίμηση».
Ένα κρίσιμο ερώτημα που πρέπει απαντηθεί, σύμφωνα με τον κ. Παπαδήμο, είναι το ποιές είναι οι πραγματικές συνέπειες των χαμηλών επιδόσεων της χώρας μας ως προς την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία για τις προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας; Η απάντηση προκύπτει από την εξέταση της σχέσης των αναπτυξιακών επιδόσεων των χωρών και του βαθμού ανταγωνιστικότητας της οικονομίας τους. Έχει διαπιστωθεί σαφής συσχέτιση που συνδέεται με το γεγονός ότι η ανταγωνιστικότητα, με την ευρεία έννοια, προσδιορίζει τον ρυθμό αύξησης της συνολικής παραγωγικότητας της οικονομίας και, συνεπώς, τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης μακροπρόθεσμα και έφερε ως παραδείγματα χώρες που ήταν πολύ ανταγωνιστικές πριν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2007 δηλαδή, λέγοντας ότι αυτές οι χώρες κατάφεραν τελικά να έχουν υψηλό ρυθμό ανάπτυξης τα επόμενα 10 έτη και αυτό είναι σημαντικό καθώς όπως φαίνεται η ευημερία της κοινωνίας δεν προσδιορίζεται μόνο από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αλλά και από άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης ανάπτυξης, όπως το κατά κεφαλήν εισόδημα, η μέση διάρκεια ζωής, δείκτες εκπαίδευσης και υγείας, καθώς και παράγοντες που διαμορφώνουν τη ποιότητα ζωής, και επηρεάζουν τόσο τις συνθήκες ισότητας κατά τον σχηματισμό του ανθρώπινου κεφαλαίου όσο και την ποιότητά του, δηλαδή, τελικά την ένταξη στην κοινωνία και την αγορά εργασίας.
Το κατά πόσο συμβάλλει η καινοτομία στην οικονομική ανάπτυξη, ο κ. Παπαδήμος, είπε ότι η έρευνα, η καινοτομία και η επιχειρηματικότητα συμβάλλουν ουσιαστικά στην αύξηση της παραγωγικότητας και στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να υπάρξει θεσμικό πλαίσιο που θα δώσει ώθηση στην καινοτομία και τον υγιή ανταγωνισμό.
Ενώ, τόνισε ότι ο ιδιωτικός τομέας, σε συνεργασία με πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα, μπορεί και πρέπει να προωθήσει δράσεις που θα στηρίξουν την έρευνα και την καινοτομία. Και, βεβαίως, υπάρχει πρόσφορο πεδίο για τη σύμπραξη του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα για την επίτευξη του ίδιου στόχου.
Ανθή Αγγελοπούλου
