Τρίτη, 03 Σεπτεμβρίου 2013 09:48

Ο FDA ενέκρινε τη δοκιμασία Tina-quant HbA1cDx Gen. 2 ως βοήθημα για τη διάγνωση του διαβήτη

Ο FDA ενέκρινε τη δοκιμασία Tina-quant HbA1cDx Gen. 2 ως βοήθημα για τη διάγνωση του διαβήτη

 

Ξεκίνησε από τη Roche Diagnostics η εμπορική διάθεση σε όλη την Ευρώπη και σύντομα και στη Αμερική, το πρ’ωτο σε παγκόσμιο επίπεδο, τεστ για τη διάγνωση του διαβήτη με την ονομασία Tina-quant HbA1cDx Gen.2. Το τεστ το οποία βοηθά τους γιατρούς στη διάγνωση και παρακολούθηση του διαβήτη, καθώς και στον προσδιορισμό των ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο.

 

«Η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1c επιτρέπει στους γιατρούς να εντοπίζουν περιστατικά μη διαγνωσθέντος διαβήτη και τους βοηθά να βρίσκουν την καλύτερη δυνατή θεραπεία προτού εμφανιστούν προβλήματα εξαιτίας όψιμων επιπλοκών. Επιπλέον, επωφελούνται από τον εύκολο προσδιορισμό της γλυκοζυλίωσης της αιμοσφαιρίνης του ασθενούς σε πραγματικό χρόνο, χωρίς τις χρονοβόρες και εντατικές διαδικασίες για το προσωπικό. Αυτό βελτιώνει τη ροή των κλινικών εργασιών, εξοικονομεί χρόνο αλλά και κόστος και αποτελεί ένα βήμα μπροστά στη διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη» δήλωσε ο Randy Pritchard, Ανώτερος Αντιπρόεδρος του Τμήματος Βασικών Αντιδραστηρίων της Roche Professional Diagnostics.

 

Χάρη στην υψηλή ειδικότητα του αντιδραστηρίου, η δοκιμασία αυτή δεν επηρεάζεται από παρεμβολές από κοινές παραλλαγές της αιμοσφαιρίνης όπως οι HbS, HbE, HbC και HbD. Για το λόγο αυτό, η δοκιμασία Tina-quant HbA1cDx Gen.2 παρέχει ακριβή αποτελέσματα που βοηθούν τους γιατρούς στην αξιόπιστη διαχείριση των ασθενών. Η αναφορά σε μονάδες IFCC (mmol/mol) και παράγωγες μονάδες NGSP (% HbA1c) εξαλείφει τυχόν σύγχυση για τον επαγγελματία φροντίδας της υγείας. Επιπλέον, η δοκιμασία αυτή χρησιμοποιείται ως μέθοδος αναφοράς στα Εργαστήρια του Δικτύου NGSP, μίας ένωσης που υποστηρίζει την προτυποποίηση του ελέγχου της HbA1c.

 

Σχετικά με τον έλεγχο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c)

Η αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c), που ονομάζεται επίσης γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, είναι μία εξέταση αίματος με την οποία διαπιστώνεται η έναρξη του διαβήτη ή προσδιορίζονται τα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο. Αρχικά, η εξέταση αυτή επέτρεπε στους επαγγελματίες φροντίδας της υγείας να παρακολουθούν καλύτερα το γλυκαιμικό έλεγχο των διαβητικών ασθενών και να προσαρμόζουν τη φαρμακευτική αγωγή, εφόσον απαιτείται.

 

Τα αποτελέσματα από τη Μελέτη για τον Έλεγχο και τις Επιπλοκές του Διαβήτη (Diabetes Control and Complications Trial, DCCT) και την Προοπτική Μελέτη του Διαβήτη στο Ηνωμένο Βασίλειο (United Kingdom Prospective Diabetes Study, UKPDS) κατέδειξαν ότι ο έλεγχος της HbA1c αποτελεί θεμελιώδες διαγνωστικό εργαλείο για τη διαχείριση των ασθενών με διαβήτη, δεδομένου ότι ο εντατικός γλυκαιμικός έλεγχος μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών μακροπρόθεσμα. Για πρώτη φορά, οι μελέτες αυτές επέτρεψαν στους διαβητολόγους να θεσπίσουν συγκεκριμένους θεραπευτικούς στόχους με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου της HbA1c.

 

Για δεκαετίες, ο προσδιορισμός των ατόμων με διαβήτη πραγματοποιούταν είτε μέσω της μέτρησης των τιμών της γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) είτε μέσω διενέργειας μίας δίωρης εξέτασης της συγκέντρωσης της γλυκόζης στο αίμα με από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη (OGTT). Το 2009, η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία συνέστησε τη χρήση της HbA1c για τη διάγνωση του διαβήτη, με επίπεδα ≥ 6,5% να συνιστούν διάγνωση και επίπεδα από 5,7% έως 6,4% να υποδηλώνουν αυξημένο κίνδυνο. Σε σύγκριση με την FPG και την OGTT, η μέτρηση της HbA1c επηρεάζεται λιγότερο από την καθημερινή διακύμανση των επιπέδων της γλυκόζης διότι αντιπροσωπεύει πάντα το μέσο επίπεδο της γλυκόζης στο αίμα τις τελευταίες 90 έως 120 ημέρες.

 

 

Παρακαλώ εισάγεται το όνομα χρήστη και τον κωδικό που σας έχουν δοθεί. Προσοχή! Η σύνδεση σε "κλειδωμένες" ενότητες του portal απευθύνεται αποκλειστικά σε επαγγελματίες υγείας και μόνο.