Τις τελευταίες δεκαετίες η εντατική θεραπεία των ασθενών με Ρευματικές Παθήσεις γίνεται με τροποποιητικά φάρμακα (μεθοτρεξάτη, λεφλουνομίδη κ.λπ) τα οποία βελτίωσαν σημαντικά την επιβίωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών. Όμως ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών (>30%) δεν ανταποκρίνονται σε αυτέ στις θεραπείες και οδηγούνται σε αναπηρία και ελάττωση του προσδόκιμου ζωής.
Σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο και επόμενο Πρόεδρο της ΕΡΕ-ΕΠΕΡ, κ. Παναγιώτη Τρόντζα, ο θεραπευτικός στόχος, είναι η επίτευξη ύφεσης ή έστω νόσου χαμηλής ενεργότητας. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με πρώιμη διάγνωση, χορήγηση βιολογικών παραγόντων σε όσους ασθενείς δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική θεραπεία και συχνή και στενή παρακολούθηση.
Όσο για το υψηλό κόστος των φαρμάκων αυτών αντισταθμίζεται, όπως τόνισε ο Καθηγητής Πολιτικής Υγείας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, κ. Κυριάκος Σουλιώτης, από τη μακροπρόθεσμη μείωση της συνολικής δαπάνης για την αντιμετώπιση των συνεπειών των χρόνιων αναπηρικών ρευματικών νοσημάτων.
Μελέτες που έχουν γίνει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, δείχνουν ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα πρόσβασης των ασθενών όχι μόνο στο γιατρό αλλά και στη θεραπεία. Ενώ, η δυνατότητα του να αγοράσουν κάποιοι ασθενείς τα φάρμακα από την τσέπη τους είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Σύμφωνα με τις μελέτες, ένας στους τέσσερις χρονίως πάσχοντες, όπως είναι οι ρευματοπαθείς, δεν μπορεί να βρει γιατρό, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό δεν μπορεί να πάρει την αγωγή του.
Όπως επεσήμανε ο κ. Σουλιώτης, στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου 360 ρευματολόγοι και μόνο το 10% εξ αυτών υπηρετεί σε Νοσοκομεία του ΕΣΥ ή Πανεπιστημιακές Κλινικές (κυρίως στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις Πανεπιστημιακές Κλινικές της Επαρχίας). Ενώ μετά τις τελευταίες ρυθμίσεις στο νομοσχέδιο του ΠΕΔΥ το 20% των ρευματολόγων του ΕΣΥ δεν είναι σίγουρο ότι θα παραμείνουν στην Πρωτοβάθμια Περίθαλψη των Δημοσίων Δομών καθώς ένας μεγάλος αριθμός ήδη προτιμά το ιδιωτικό του ιατρείο, το οποίο στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι σε κάποιο μεγάλο αστικό κέντρο.
Ανθή Αγγελοπούλου
