Η θεραπεία του μελανώματος έχει μπει στο στόχαστρο πολλών επιστημόνων καθώς και φαρμακευτικών εταιρειών τα τελευταία χρόνια. Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες καθώς τα περιστατικά μελανώματος έχουν αυξητική τάση σε παγκόσμιο επίπεδο. Μόνο στην Ευρώπη, σύμφωνα με το International Agency for Research on Cancer κάθε χρόνο καταγράφονται 100.000 νέα περιστατικά. Στη χώρα μας διαγιγνώσκονται 500 νέες περιπτώσεις κάθε χρόνο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μελανωματικός καρκίνος όταν διαγιγνώσκεται σε π΄ρωιμο στάδιο η ίαση είναι πιθανή με τη χειρουργική αφαίρεση του μελανώματος. Δυστυχώς όμως όταν η διάγνωση γίνεται σε προχωρημένο στάδιο μπορεί να έχει μεταστάσεις σε εσωτερικά όργανα ενώ δυστυχώς, συνδέεται με πτωχή πρόγνωση. Τα 5-ετή ποσοστά επιβίωσης για το προχωρημένο μελάνωμα (Στάδιο 4) εκτιμώνται στο 15 με 20% στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο 5 με 22% στην Ευρώπη. Επομένως, η πρόληψη είναι το πλέον, σταθερό και αποτελεσματικό εργαλείο που διαθέτουμε σήμερα για να αντιμετωπίσουμε το μελάνωμα.
Η φαρμακευτική εταιρεία MSD πήρε πρόσφατα έγκριση και από τον EMA της Ευρώπης, για μια νέα θεραπεία κατά του προχωρημένου μελανώματος. Πρόκειται για το pembrolizumab, ένα εξανθρωποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο αποτελεί την πρώτη και μοναδική θεραπεία που πήρε έγκριση και στα 28 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τους ειδικούς είναι ένα καινοτόμο φάρμακο που μπλοκάρει το κυτταρικό μονοπάτι που είναι γνωστό ως PD-1 (programmed cell death). Το PD-1 περιορίζει το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς να επιτεθεί στα κύτταρα του μελανώματος.
Ο ΕΜΑ έδωσε έγκριση καθώς σύμφωνα με τα κλινικά αποτελέσματα η χρήση του pembrolizumab έδειξε σημαντική βελτίωση συγκριτικά με τις άλλες θεραπείες. Ασθενείς που είχαν προηγούμενα λάβει άλλες θεραπείες και είχαν υποτροπιάσει, ανταποκρίθηκαν σε ένα ποσοστό 38%. Το 60% δε των ασθενών επιβίωσε πέραν των 18μηνών. Επιπροσθέτως, έδειξε εντυπωσιακά καλύτερα αποτελέσματα στις ανταποκρίσεις, στο ελεύθερο νόσου διάστημα και στην επιβίωση με καλή ανοχή.
Σύμφωνα με τον κύριο Δημήτρη Μπαφαλούκο, ογκολόγο – παθολόγο, διευθυντή του Νοσοκομείου METROPOLITAN και πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρίας Μελέτης Μελανώματος, «μια νέα εποχή επιτυχούς θεραπείας του μελανώματος έχει ξεκινήσει και η συνεχής και διαρκής έρευνα της ανοσοθεραπείας σε συνδυασμό με άλλες ειδικές θεραπείες θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο τα αποτελέσματα, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο απώτερος στόχος που είναι η μετατροπή του μεταστατικού μελανώματος σε χρόνια ή/και ιάσιμη νόσο».
Να θυμίσουμε ότι το pembrolizumab ήδη στις ΗΠΑ και στον Καναδά, καθώς ο FDA το έχει χαρακτηρίζοντάς το «καινοτόμα θεραπεία για το προχωρημένο μελάνωμα» (breakthrough therapy).
Ανθή Αγγελοπούλου
Νέα δεδομένα παρουσιάστηκαν στην 67η Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας (ΑΑΝ) στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ, αναφορικά με την υψηλή αποτελεσματικότητα της φινγκολιμόδης, της φαρμακευτικής εταιρείας Novartis, στη Σκλήρυνση Κατά Πλάκας.
Συγκεκριμένα, νέα ανάλυση των μελετών φάσης III FREEDOMS/FREEDOMS II, έδειξαν ότι οι ασθενείς με ενεργή υποτροπιάζουσα σκλήρυνση κατά πλάκας, οι οποίοι είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία, όταν έλαβαν φινγκολιμόδη είχαν εξαπλάσιες πιθανότητες να επιτύχουν “απουσία ευρημάτων δραστηριότητας της νόσου”(NEDA4),σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε διάστημα δύο ετών. ToNEDA4 αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο θεραπευτικό στόχο στη ΣΚΠ και επιτυγχάνεται όταν ο ασθενής δεν παρουσιάζει 1) υποτροπές, 2) νέες βλάβες στην MRI, 3) σχετιζόμενη με τη ΣΚΠ απώλεια εγκεφαλικού όγκου και 4) επιδείνωση της αναπηρίας.
Πρόκειται για μια πρωτοποριακή ανάλυση σε ασθενείς με ενεργή υποτροπιάζουσα ΣΚΠ, οι οποίοι είχαν λάβει κατά το προηγούμενο έτος ενέσιμη θεραπεία, και αξιολογήθηκαν με τη χρήση του ορισμού NEDA4 που περιλαμβάνει και την απώλεια του εγκεφαλικού όγκου. Θέτοντας τον θεραπευτικό στόχο NEDA4, οι ιατροί μπόρεσαν να έχουν μια πιο πλήρη εικόνα των βραχυπρόθεσμων και μακροπροθέσμων παραμέτρων της νόσου, γεγονός που συνέβαλλε σημαντικά στην επιλογή της βέλτιστης θεραπείας.
Επιπλέον, ανάλυση της μελέτης φάσης III TRANSFORMS επιβεβαίωσε ότι μετά από ένα έτος θεραπείας, οι ασθενείς με ΣΚΠ που έλαβαν φινγκολιμόδη είχαν διπλάσιες πιθανότητες να επιτύχουν NEDA4 σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν ενδομυϊκές ενέσεις με ιντερφερόνη βήτα-1a.
Η σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ) είναι μια χρόνια διαταραχή του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) που διαταράσσει τη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου, των οπτικών νεύρων και του νωτιαίου μυελού, μέσω της φλεγμονής και της απώλειας ιστών. Η εξέλιξη της ΣΚΠ οδηγεί σε αυξανόμενη απώλεια τόσο σωματικών όσο και νοητικών λειτουργιών (π.χ. μνήμη). Αυτό επιφέρει σημαντικά αρνητικό αντίκτυπο στα περίπου 2,3 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως που πάσχουν από ΣΚΠ, μια νόσο που συνήθως εμφανίζεται στα πρώιμα χρόνια της ενήλικης ζωής.
Η φινγκολιμόδη είναι η μοναδική από του στόματος τροποποιητική της νόσου θεραπεία (DMT) που επηρεάζει την πορεία της υποτροπιάζουσας ΣΚΠ, με υψηλή αποτελεσματικότητα στις τέσσερις βασικές παραμέτρους δραστηριότητας της νόσου (NEDA4). Η φινγκολιμόδη στοχεύει τόσο την εστιακή όσο και τη διάχυτη βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). Εμποδίζει τα κύτταρα που προκαλούν εστιακή φλεγμονή από το να φτάσουν στον εγκέφαλο (αυτό ονομάζεται ‘περιφερική’ δράση), ενώ επίσης εισχωρεί στο ΚΝΣ και μειώνει τη διάχυτη βλάβη αποτρέποντας την ενεργοποίηση των επιβλαβών κυττάρων που βρίσκονται στο ΚΝΣ (αυτό ονομάζεται ‘κεντρική δράση’). Είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί τόσο η εστιακή όσο και η διάχυτη βλάβη στην υποτροπιάζουσα ΣΚΠ, για την αποτελεσματική παρέμβαση στη δραστηριότητα της νόσου και τη συμβολή στη διατήρηση των λειτουργιών του ατόμου. Το προφίλ ασφάλειας της φινγκολιμόδης είναι πολύ καλά ανεκτό και βασίζεται σε σημαντικά στοιχεία από τρεις μεγάλες κλινικές μελέτες και εκτενείς εμπειρίες σε περισσότερους από 114.000 ασθενείς, ενώ η συνολική έκθεση ασθενών σε φινγκολιμόδη προσεγγίζει πλέον τα 195.000 έτη ασθενών.
Νέα ερευνητικά δεδομένα παρουσιάστηκαν στο τελευταίο συνέδριο της Ασιατικής Εταιρείας Μελέτης του Ήπατος (APASL) αναφορικά με τη σιμεπρεβίρη, έναν αναστολέα πρωτεάσης NS3/4A δεύτερης γενιάς, ο οποίος σε συνδυασμό με πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη (PEG-IFN) και ριμπαβιρίνη (RBV), έδειξε αποτελέσματα από 24 σε 12 εβδομάδες, σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς με Ηπατίτιδα C (HCV) γονότυπου (GT) 1 και 4.
Ο σκοπός της υπομελέτης αυτή σύμφωνα με την φαρμακευτική εταιρεία Janssen ήταν να αξιολογηθεί κατά πόσο η συνολική θεραπεία με σιμεπρεβίρη και PEG-IFN/RBV μπορεί να μειωθεί στις 12 εβδομάδες, βάσει της πρώιμης ιολογικής δραστηριότητας την 2η εβδομάδα, σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ίνωση.
Όπως υποστηρίζει ο Michael Schlag, PhD, Medical Affairs Director, HCV, Janssen EMEA οι θεραπείες με ιντερφερόνη παραμένουν μια σημαντική επιλογή για την αντιμετώπιση της HCV λοίμωξης σε περιοχές όπου η πρόσβαση των ασθενών στη θεραπεία είναι περιορισμένη.
Επεσήμανε μάλιστα ότι η Janssen έχει δεσμευτεί να ερευνήσει τη χρήση σιμεπρεβίρης σε ένα ευρύ φάσμα πληθυσμών ασθενών και θεραπευτικών σχημάτων, ειδικά σε περιπτώσεις που δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς, όπως ο γονότυπος 4.
Αναφορικά με τους 123 ασθενείς Γονότυπου 1 αξίζει να σημειώσουμε ότι ένα ποσοστό 76% εξ αυτών ήταν κατάλληλο για θεραπεία 12 εβδομάδων, εκ των οποίων το 66% ανταποκρίθηκε πετυχαίνοντας SVR12.
Ενώ αναφορικά με τους ασθενείς Γονότυπου 4 ερευνήθηκαν πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς GT4 με καθόλου έως μέτρια ηπατική ίνωση από την Ευρώπη και τη Σαουδική Αραβία. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι από μια υποομάδα ασθενών 50 ατόμων, το 48% πληρούσε τα κριτήρια για τη διακοπή της θεραπείας τη 12η εβδομάδα. Μέχρι σήμερα, κανένας ασθενής δεν διέκοψε τη θεραπεία πρόωρα. Επιπλέον, από τους ασθενείς που ήταν κατάλληλοι για ολοκλήρωση της θεραπείας στις 12 εβδομάδες και με αξιολογήσιμα αποτελέσματα, το 94% πέτυχε SVR στις 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία, με έναν ασθενή με ελλιπή στοιχεία.
Τέλος, όσον αφορά την ασφάλεια της θεραπείας με σιμεπρεβίρη σε συνδιασμό με PEG-IFN / RBV ήταν γενικώς καλώς ανεκτή και στα δύο σκέλη της μελέτης.
Ανθή Αγγελοπούλου
Σύμφωνα με δημοσίευμα του ιατρικού περιοδικού The Lancet το χημειοθεραπευτικό σκεύασμα οφατουμουμάμπης σε συνδυασμό με χλωραμβουκίλη, έδειξε σημαντική βελτίωση της επιβίωσης ενώ δεν άφησε να εξελιχθεί η νόσος σε ασθενείς με χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ).
Να σημειωθεί ότι η μελέτη Φάσης ΙΙΙ συμπεριέλαβε 447 ασθενείς με ΧΛΛ, που δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία και για τους οποίους η θεραπεία με βάση τη φλουδαραβίνη θεωρήθηκε ακατάλληλη. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ένας προς έναν για να υποβληθούν σε θεραπεία με έως και 12 κύκλους οφατουμουμάμπης σε συνδυασμό με χλωραμβουκίλη ή σε έως και 12 κύκλους μονοθεραπείας με χλωραμβουκίλης
Η ΧΛΛ, η πιο συχνά διαγνωσμένη λευχαιμία των ενηλίκων στις δυτικές χώρες, ευθύνεται για περίπου 1 στα 4 περιστατικά όλων των λευχαιμιών. Η μέση ηλικία κατά τη διάγνωση είναι τα 71 έτη, ενώ η πλειοψηφία των πασχόντων παρουσιάζει τουλάχιστον μία συννοσηρότητα, όπως υπέρταση, διαβήτη, στεφανιαία νόσο ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ).
Σύμφωνα με τον Καθηγητή του πανεπιστημιακού νοσοκομείου St. James, στο Ληντς του Ηνωμένου Βασιλείου και συγγραφέα της μελέτης Δρ. Peter Hillmen, το να βρεθεί αποτελεσματική θεραπεία με κλινικώς αποδεκτό προφίλ ασφαλείας για ηλικιωμένους ασθενείς με ΧΛΛ και για ασθενείς με συνυπάρχουσες χρόνιες και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή παθήσεις εξακολουθεί να είναι πρόκληση για τους επιστήμονες.
Ωστόσο τα νέα δεδομένα που δημοσιεύονται στο Lancet υποστηρίζουν ότι ο συνδυασμός της οφατουμουμάμπης με την χλωραμβουκίλη παρέχει σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών μία θεραπευτική επιλογή, η οποία βελτιώνει την κλινική έκβαση της ΧΛΛ.
Όπως επισημαίνεται στην μελέτη, η μέση επιβίωση δίχως εξέλιξη της νόσου βελτιώθηκε κατά 71% στην ομάδα που έλαβε οφατουμουμάμπη με χλωραμβουκίλη έναντι όσων έλαβαν μόνο. Ενώ, βελτίωση της επιβίωσης δίχως εξέλιξη της νόσου παρατηρήθηκε και στις περισσότερες υποομάδες, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, σταδίου νόσου και προγνωστικών παραγόντων. Οι περισσότεροι ασθενείς που πήραν οφατουμουμάμπη με χλωραμβουκίλη σε ποσοστό 50% εκδήλωσαν ανεπιθύμητες ενέργειες βαθμού 3 και πάνω ενώ, δεν αναφέρθηκε καμία μοιραία ανεπιθύμητη ενέργεια σχετιζόμενη με την έγχυση.
Όλα αυτά τα δεδομένα οδήγησαν σ την έγκριση του σκευάσματος στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) το 2014, καθώς και στην πρόσφατη ένταξη της οφατουμουμάμπης σε συνδυασμό με χλωραμβουκίλη στις κατευθυντήριες οδηγίες του αμερικανικού Εθνικού Δικτύου για τον Καρκίνο (National Comprehensive Cancer Network, NCCN).
Ανθή Αγγελοπούλου
Mε αφορμή την έκθεση «Ίασις. Υγεία, Νόσος, Θεραπεία από τον Όμηρο στον Γαληνό», την Τρίτη 7 Απριλίου το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης γιορτάζει την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας και θα παραμείνει ανοικτό (κάθε Τρίτη το μουσείο είναι κλειστό), με διευρυμένο ωράριο λειτουργίας(10.00-22.00), επιπλέον μειωμένη είσοδο για όλους τους φοιτητές και μεγάλες εκπτώσεις στο πωλητήριό του.
Eιδικότερα, την Τρίτη 7 Απριλίου θα παραμείνουν ανοιχτά-10.00-22.00- μόνον η έκθεση ΙΑΣΙΣ, το πωλητήριο και το CycladicCafé του Μουσείου, ενώ για όλους τους φοιτητές θα ισχύει μειωμένη είσοδος (με την επίδειξη σχετικής κάρτας), από 3,5€ , 2€/ άτομο.
Επίσης, όλα τα είδη του πωλητηρίου του Μουσείου που σχετίζονται με την έκθεση «ΙΑΣΙΣ» και άλλα επιλεγμένα αντικείμενα θα διατίθενται σε μειωμένες τιμές ενώ ειδικά για τους φοιτητές Ιατρικών Σχολών ο κατάλογος της έκθεσης θα διατίθεται με 15% έκπτωση.
Γράφει ο Ιωάννης Κανακάκης
Διευθυντής Αιμοδυναμικού Τμήματος ΓΝΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Η θεραπεία του οξέος εμφράγματος με ανάσπαση του ST διαστήματος (STEMI) στηρίζεται στην έγκαιρη και αποτελεσματική επαναιμάτωση. Μετά την εφαρμογή του προγράμματος της πρωτογενούς αγγειοπλαστικής (PPCI) παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της ενδονοσοκομειακής θνητότητας των STEMI. Η PPCI αποτελεί την ενδεδειγμένη θεραπεία επαναιμάτωσης με την προϋπόθεση ότι διεξάγεται εντός 90-120min από την 1η επαφή με το σύστημα υγείας (FMC) των ασθενών με STEMI.
Οι ασθενείς που παρουσιάζονται σε κέντρα χωρίς αιμοδυναμικό εργαστήριο (non-PCI) και που αντιμετωπίζονται επεμβατικά με PPCI παρουσιάζουν συνήθως μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις. Οι κύριες αιτίες αφορούν διαγνωστικά και ΗΚΓφικά διλήμματα, αναμονή ασθενοφόρων για τη μεταφορά των ασθενών, αντιμετώπιση ασθενών με καρδιογενές shock ή μετά από καρδιοαναπνευστική ανάνηψη κ.α.
Ιδανικά, για την επιτυχή αντιμετώπιση αυτής της κατηγορίας των ασθενών με πρωτογενή αγγειοπλαστική θα πρέπει ο χρόνος παραμονής στο non-PCI κέντρο να είναι <30 min (DIDO) και η διανοσοκομειακή μεταφορά να μην υπερβαίνει τα 30 min. Όμως, σε καταγραφή 14.821 ασθενών του ACTION Registry – Get With the Guidelines μόνο το 11% των ασθενών με STEMI που μεταφέρθηκαν για PPCI είχαν χρόνο παραμονής στο non-PCI κέντρο <30 min και αυτοί οι ασθενείς είχαν και την καλύτερη κλινική έκβαση με την πρωτογενή αγγειοπλαστική.
Από δεδομένα της καταγραφής STEΝΤ FOR LIFE στον Ελλαδικό χώρο, φαίνεται ότι οι μεγαλύτερες χρονικές καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση των STEMI με πρωτογενή PCI, παρατηρούνται στους ασθενείς που παρουσιάζονται σε non-PCI κέντρα.
Για τη βέλτιστη και ταχεία αντιμετώπιση αυτών των ασθενών, πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψιν διάφορες παραμέτρους με κυριότερες την απόσταση από επεμβατικά κέντρα (PCI-κέντρα), τη συμμετοχή ή όχι των non-PCI κέντρων σε δίκτυο πρωτογενούς αγγεοπλαστικής, καθώς και τη χρονική διάρκεια από την έναρξη των συμπτωμάτων του οξέος εμφράγματος.
Τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν είναι:
Αν τα κέντρα χωρίς αιμοδυναμικό εργαστήριο (non-PCI) ανήκουν σε δίκτυο πρωτογενούς αγγειοπλαστικής (PPCI), σημαίνει ότι έχουν τη δυνατότητα διενέργειας PPCI εντός δύο (2) ωρών από την 1η επαφή με το σύστημα υγείας (FMC to balloon <120 min) και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες συνίσταται η άμεση μεταφορά τους σε PCI-κέντρο.
Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η παραμονή των ασθενών με STEMI στο τμήμα επειγόντων του non-PCI κέντρου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 30 min (άφιξη – έξοδος <30 min). Ένα σύγχρονο σύστημα αντιμετώπισης των STEMI, πρέπει να ελαττώσει σημαντικά τους χρόνους καθυστέρησης στους ασθενείς που παρουσιάζονται σε non-PCI κέντρα. Σύμφωνα με καταγραφές από οργανωμένα δίκτυα πρωτογενούς PCI, ο κυριότερος χρόνος καθυστέρησης είναι η αναμονή του ασθενοφόρου με σκοπό τη διανοσοκομειακή μεταφορά. Η παραμονή του ασθενοφόρου της αρχικής διακομιδής στο non-PCI κέντρο μέχρι την ολοκλήρωση της διάγνωσης και η εν συνεχεία μεταφορά των ασθενών με STEMI μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερο ταχεία και αποτελεσματική επαναιμάτωση.
Στη χώρα μας λειτουργούν δυο (2) δίκτυα πρωτογενούς αγγειοπλαστικής: το ένα στην περιοχή της Αττικής και το δεύτερο στην περιοχή της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Σε αυτές τις περιοχές, οι ασθενείς με STEMI που παρουσιάζονται σε κέντρο χωρίς αιμοδυναμικό εργαστήριο, πρέπει να οδηγούνται σε κέντρα με αιμοδυναμικό εργαστήριο (PCI νοσοκομεία), προς διενέργεια PPCI υπό βέλτιστη αντιθρομβωτική θεραπεία.
Αν τα κέντρα χωρίς αιμοδυναμικό εργαστήριο δεν ανήκουν σε δίκτυo PPCI ή βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από PCI-Νοσοκομεία (FMC to balloon > 2 ώρες), τότε πρέπει να χορηγηθεί θρομβόλυση επί απουσία αντενδείξεων και συγκεκριμένα τενεκτεπλάση. Η θρομβολυτική θεραπεία πρέπει να χορηγηθεί σε χρονικό διάστημα <30 min από την άφιξη του ασθενούς στο κέντρο. Σε ασθενείς ηλικίας > 75 ετών χορηγείται 1/2 δόση τενεκτεπλάσης. Εν συνεχεία γίνεται μεταφορά σε PCI-Νοσοκομείο ιδιαίτερα για τους υψηλού κινδύνου ασθενείς. Υψηλού κινδύνου ασθενείς θεωρούνται οι παρακάτω: Σ.Α.Π < 100mmHg, καρδιακή συχνότητα >100 bpm, killip class II-III, κατάσπαση του ST διαστήματος ≥ 2mm στις προκάρδιες απαγωγές ή ανάσπαση του ST διαστήματος ≥1mm στην V4R ενδεικτική της συμμετοχής της δεξιάς κοιλίας. Σε περίπτωση ανεπιτυχούς θρομβόλυσης προχωρούμε σε αγγειοπλαστική διάσωσης (rescue PCI). Επί επιτυχούς θρομβόλυσης οι ασθενείς οδηγούνται προς στεφανιαία αγγειογραφία εντός 3-24 ωρών (pharmaco-invasive).
Η μελέτη STREAM σε ασθενείς με STEMΙ που παρουσιάζονται πρώιμα εντός τριών ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων και που δεν μπορούν να υποβληθούν σε PPCI εντός 60min, έδειξε ότι η χορήγηση θρομβόλυσης δεν διέφερε από την PPCI ως προς την επίπτωση θανάτου, καρδιογενούς shock, συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή επανέμφραξης σε 30 ημέρες. Πρέπει να τονισθεί ότι ο συνολικός ισχαιμικός χρόνος στην μελέτη ήταν εντυπωσιακά βραχύς (100min για τη θρομβόλυση και 178 min για την πρωτογενή αγγειοπλαστική). Μια λογική προσέγγιση μετά την μελέτη STREAM είναι η παρακάτω. Ασθενείς που παρουσιάζονται έγκαιρα (<2-3h), με μεγάλης έκτασης έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε κέντρα χωρίς αιμοδυναμικό εργαστήριο και σε απόσταση > 1h από PCI Νοσοκομεία μπορούν να οδηγούνται σε φαρμακευτική-επεμβατική αντιμετώπιση (pharmaco-invasive).
Ασθενείς με STEMI που παρουσιάζονται σε non-PCI κέντρα που είναι σε μεγάλη απόσταση (> 2 h) από επεμβατικά κέντρα θα οδηγηθούν σε PPCI στις παρακάτω περιπτώσεις.
§ όταν υπάρχει αντένδειξη για θρομβόλυση
§ σε καρδιογενή καταπληξία
§ όταν παρουσιάζονται καθυστερημένα από την έναρξη του άλγους (> 6 ώρες) όπου η θρομβόλυση δεν είναι αποτελεσματική
§ σε ηλικιωμένους με αυξημένη πιθανότητα επιπλοκών από την χορήγηση θρομβόλυσης
Συμπέρασμα
Σε ασθενείς με STEMI σε κέντρα χωρίς αιμοδυναμικό εργαστήριο, θα πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο επεμβατικής αντιμετώπισης με PPCI, όταν μπορούν να μεταφερθούν εντός των συνιστώμενων από τις κατευθυντήριες οδηγίες χρονικών ορίων (FMC to balloon < 120 min). Σε αντίθετη περίπτωση χορηγούμε θρομβόλυση λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν αποτελεί το τελικό βήμα στην θεραπεία επαναιμάτωσης. Η φαρμακευτική-επεμβατική στρατηγική (pharmaco-invasive) έχει βελτιώσει σημαντικά την πρόγνωση σε αυτή την κατηγορία των ασθενών. Η βέλτιστη όμως θεραπεία επαναιμάτωσης πρέπει να στηρίζεται στη δημιουργία δικτύων αντιμετώπισης των οξέων εμφραγμάτων. Ένα καλά οργανωμένο δίκτυο είναι δυνατό να διενεργεί PPCI εντός των συνιστώμενων χρόνων στην πλειοψηφία των ασθενών με STEMI καθώς επίσης και προνοσοκομειακή θρομβόλυση που θα ακολουθείται από άμεση μεταφορά σε PCI κέντρο, για τους ασθενείς που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές χωρίς δυνατότητα έγκαιρης πρόσβασης σε επεμβατικά κέντρα.
Μια νέα θεραπεία για την ακτινική κεράτωση, έναν τύπο καρκίνου του δέρματος, είναι διαθέσιμη στην ελληνική αγορά από την φαρμακευτική εταιρεία LEO. Πρόκειται για το ingenol mebutate gel το οποίο αποτελεί θεραπεία πεδίου και διατίθεται σε δύο περιεκτικότητες. Μία για την αγωγή στο πρόσωπο και στο τριχωτό της κεφαλής όπου εφαρμόζεται σε συγκέντρωση 150mcg/gάπαξ ημερησίως επί 3 συνεχόμενες ημέρες και μία για την αγωγή στον κορμό και στα άκρα, όπου η γέλη εφαρμόζεται σε συγκέντρωση 500 mcg/gάπαξ ημερησίως επί 2 συνεχόμενες ημέρες.
Να σημειώσουμε ότι η ακτινική κεράτωση είναι πρώιμο στάδιο μη μελανωματικού καρκίνου δέρματος και οφείλεται στην υπερβολική έκθεση τόσο στον ήλιο όσο και στη χρήση τεχνητών πηγών UV όπως είναι το solarium. Ενώ, πρέπει να τονίσουμε ότι μεγαλύτερο κίνδυνο μπορεί να έχουν τα ανοιχτά δέρματα, ωστόσο και τα σκούρα κινδυνεύουν να εμφανίσουν σοβαρό πρόβλημα.
Όπως αναφέρουν οι ειδικοί, για την αντιμετώπιση της ακτινικής κεράτωσης γίνεται τοπική θεραπεία πεδίου, που σημαίνει ότι το ingenol mebutate gel θεραπεύει τόσο τις ορατές όσο και τις μη ορατές (υποκλινικές) βλάβες. Σύμφωνα μάλιστα με τους επιστήμονες, οι μη ορατές (υποκλινικές) βλάβες του δέρματος εκδηλώνονται έως και 10 φορές συχνότερα από τις ορατές βλάβες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ingenol mebutate gel προέρχεται από τον χυμό του φυτού Euphorbiapeplus (E.peplus), το οποίο έπειτα από εκτεταμένη διαδικασία πολλαπλής εκχύλισης και διύλισης με εξειδικευμένες επιστημονικές μεθόδους έδωσε στους επιστήμονες υγείας ένα αποτελεσματικό και ασφαλές τζελ.
Να πούμε ότι το E. Peplums είχε ήδη χρησιμοποιηθεί ως παραδοσιακή θεραπεία για προσβεβλημένες από τον ήλιο περιοχές του δέρματος στην Αυστραλία, όπου σύμφωνα με μελέτες ένα τεράστιο ποσοστών ανθρώπων εμφανίζει κάθε χρόνο καρκίνο του δέρματος.
Ανθή Αγγελοπούλου
Ένα πολύ σημαντικό ογκολογικό σκεύασμα ότι η κετουξιμάμπη (cetuximab) επανέρχεται στην ελληνική αγορά. Σύμφωνα μάλιστα με τα νέα αποτελέσματα κλινικών μελετών η κετουξιμάμπη, είναι η μόνη μέχρι σήμερα στοχευμένη θεραπεία σε υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό 1ης γραμμής καρκίνο κεφαλής (καρκίνο στόματος, λάρυγγα, γλώσσας, αμυγδαλής κ.α.). Η κετουξιμάμπη βελτιώνει τη συνολική επιβίωση, τον τοποπεριοχικό έλεγχο της νόσου καθώς και το διάστημα ελευθέρου νόσου των ασθενών που υποφέρουν από την πάθηση αυτή (μελέτη Bonner και EXTREME).
Η μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη Bonner αφορά στο μη μεταστατικό καρκίνο προχωρημένης μορφής αλλά όχι χειρουργήσιμο. Η προσθήκη της κετουξιμάμπης στη χημειοθεραπεία έδωσε συνολική επιβίωση και μείωση των υποτροπών ενώ ήταν πολύ καλύτερο από τη συμβατική θεραπεία.
Η μελέτη EXTREME ήταν κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκή και αφορούσε στο μεταστατικό καρκίνο με ανεπτυγμένη υποτροπή, όπου διαφάνηκε επίσης σημαντική συνολική επιβίωση του ασθενούς και μείωση των μεταστάσεων.
Οι ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο κεφαλής και τραχήλου ωφελούνται από την κετουξιμάμπη λόγω της αύξησης της διάμεσης επιβίωσής τους και της συρρίκνωσης του όγκου που επιτυγχάνεται με τη χρήση της.
Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά από 35 ολόκληρα χρόνια κλινικών μελετών, η κετουξιμάμπη είναι η μοναδική στοχευμένη, βιολογική θεραπεία 1ης γραμμής με αποδεδειγμένο όφελος στη συνολική επιβίωση των ασθενών με υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο κεφαλής και τραχήλου, σύμφωνα με τη μελέτη EXTREME.
Η κετουξιμάμπη (cetuximab) διατίθεται αποκλειστικά για νοσοκομειακή χρήση ενώ έχει μπει ήδη στη θετική λίστα και αποζημιώνεται εξ ολοκλήρου από τα Ασφαλιστικά Ταμεία.
Ανθή Αγγελοπούλου
Μια εν εξελίξει έρευνα για το αν η οικονομική κρίση και οι συνθήκες στο σύστημα Υγείας της χώρας μας βοηθούν τους ασθενείς στη συμμόρφωση της θεραπείας τους, παρουσίασε ο καθηγητής πολιτικής Υγείας, κ Κυριακός Σουλιώτης στο συνέδριο Cancer Policy & Economic Conference "Ensuring Quality and Equality of Treatment".
Σύμφωνα με την έρευνα, το 96% των ερωτηθέντων ήταν ασφαλισμένοι και μόνο ένα 4% ανασφάλιστοι ενώ το 35% ζούσε στη περιφέρεια και το 65% στην Αθήνα. Το 50% ήταν συνταξιούχοι ενώ ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό είχε χαμηλό ή και καθόλου εισόδημα. Το 47% των ερωτηθέντων βρέθηκε εξαρτημένο από το κάπνισμα και οι απαντήσεις που έδωσε επ'αυτού ήταν το άγχος λόγω της οικονομικής κρίσης.
Το 59% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι προτεραιότητα του ήταν οι φορολογικές υποχρεώσεις και το 61% τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ για την οικογένεια του. Το 42% είχε φυσιολογικά επίπεδα κατάθλιψης και άγχους όμως το 33% είχε φτάσει σε παθολογικό επίπεδο. Αναφορικά με την τήρηση της θεραπευτικής του αγωγής το 77% είχε πολύ καλή συνέπεια. Το 49,5% δήλωνε μάλιστα ότι επισκέπτεται το γιατρό 1 φορά το μήνα. Ωστόσο αναφορικά με τη δυσκολία μετακίνησης του για να φτάσει στο θεράποντα το 42% δήλωνε μεγάλη δυσκολία, ένα 40% είπε ότι ήταν πολύ μακριά από τον γιατρό που τον παρακολουθούσε ενώ ένα 16% δήλωσε ότι αδυνατούσε πλήρως να πληρώσει έναν ιδιώτη γιατρό.
Αναφορικά με τα εμπόδια με την θεραπεία, το 18% είχε δύσκολη πρόσβαση στα φαρμακεία του ΕΟΠΠΥ λόγω απόστασης ενώ το 6,5% δεν έβρισκε καν φαρμακείο του ΕΟΠΠΥ. Επίσης ένα 7% δήλωσε ότι υπήρχε δυσκολία διάθεσης της θεραπευτικής αγωγής από το φαρμακείο του νοσοκομείου.
Αναφορικά με το θέμα των φαρμακείων του ΕΟΠΠΥ, το οποίο είναι το "καυτό ζήτημα" των ημερών επισημάνθηκε από παρευρισκόμενους ασθενείς ότι θα είναι πολύ δυσκολότερη η πρόσβαση τους αν αυτά μειωθούν ή κλείσουν όπως ακούγεται.
Σημαντικό επίσης είναι να αναφέρουμε σύμφωνα με τον κ. Σουλιώτη ότι μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα διαθέτουμε τα πρώτα registry για την Ηπατίτιδα C.
Ανθή Αγγελοπούλου
Στη μελέτη, το dupilumab οδήγησε σε μία στατιστικά σημαντική βελτίωση του μεγέθους των ρινικών πολυπόδων, όπως μετρήθηκε ενδοσκοπικά με βάση τη βαθμολογία Ρινικών Πολυπόδων (Nasal Polyp Score/ NPS), το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης. Παρατηρήθηκε επίσης στατιστικά σημαντική βελτίωση όλων των δευτερευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας, συμπεριλαμβανομένων των αντικειμενικών μετρήσεων της ιγμορίτιδας βάσει αξονικής τομογραφίας, της ροής αέρα μέσω της ρινικής κοιλότητας, και συμπτωμάτων αναφερόμενων από τον ασθενή (αίσθηση όσφρησης, συμφόρηση, οπισθορρινική καταρροή, ρινική καταρροή και διαταραχή ύπνου). Σε μια προκαθορισμένη επεξηγηματική ανάλυση, οι ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με dupilumab οι οποίοι έπασχαν επίσης από άσθμα παρουσίασαν σημαντική βελτίωση στον έλεγχο του άσθματος. Το προφίλ ασφάλειας υπήρξε συμβατό με παλαιότερες μελέτες. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με το dupilumab ήταν αντιδράσεις στην περιοχή έγχυσης, ρινοφαρυγγίτιδα, στοματοφαρυγγικός πόνος, ρινορραγία, πονοκέφαλος και ζάλη.
Η τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ενέγραψε 60 ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή χρόνια ιγμορίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CSwNP). Οι ασθενείς της μελέτης λάμβαναν 300 milligrams (mg) dupilumab ή εικονικού φαρμάκου, χορηγούμενου υποδορίως μία φορά την εβδομάδα (QW), για διάστημα 16 εβδομάδων, μετά τη λήψη μιας αρχικής δόσης εφόδου των 600 mg. Όλοι οι ασθενείς της μελέτης επίσης λάμβαναν καθιερωμένη αγωγή με ρινικό εκνέφωμα κορτικοστεροειδούς. Οι ασθενείς ήταν υποψήφιοι για συμμετοχή στη μελέτη εφόσον συνέχιζαν να πάσχουν από σοβαρή χρόνια ιγμορίτιδα με ρινικούς πολύποδες (CSwNP) παρόλο που έλαβαν την καθιερωμένη θεραπεία για τουλάχιστον έναν μήνα. Πενήντα τοις εκατό (50%) των ασθενών στη μελέτη είχαν παλαιότερα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της κατάστασή τους. Το 58 % των ασθενών με CSwNP έπασχε επίσης από άσθμα. Οι παθήσεις είναι συχνά συνυπάρχουσες και τα συμπτώματα/εξάρσεις είναι συχνά αλληλένδετα.